Οι κουμπάρες

Σκούζουν οι πολιτικοί μας πως είναι θύματα εκβιασμών, πως τους καταπιέζει η διαπλοκή (έστω και αν μερικοί εξ’ αυτών ανδρώθηκαν πολιτικά με τη στήριξη των συμφερόντων που βούλιαξαν τη χώρα), πως κάποιοι ανώνυμοι βάζουν συνεχώς τρικλοποδιές στο θεάρεστο έργο που θέλουν να επιτελέσουν. Διαμαρτύρονται και σοβαροί επιχειρηματίες πως δε μπορούν να αναπτυχθούν, πως υπάρχουν διαχρονικά προνομιούχοι κρατικοί προμηθευτές και παράγοντες οι οποίοι αποτρέπουν το άνοιγμα αγορών και την προκοπή της χώρας. «Νέστορες» του Κοινοβουλίου φροντίζουν ενίοτε να κατακεραυνώνουν «καναλάρχες», πάντα με γενικόλογους αφορισμούς, και να εμπλουτίζουν τις ομιλίες τους με υπονοούμενα περί του σκοτεινού ρόλου που διαδραματίζει ακόμα και σήμερα η περίφημη διαπλοκή. Ονόματα δε λέει κανείς, υπολήψεις δεν θίγονται!

Επί χρόνια παίζουν όλοι τις κουμπάρες. Αλλά οι πολιτικοί μας βγαίνουν στο κλαρί μόλις κάποιος υπονοήσει πως, ενίοτε χωρίς δόλο ή επειδή τους ξεγέλασαν οι καλοί τους σύμβουλοι, εξυπηρετούν τα άνομα συμφέροντα τα οποία καταγγέλλουν με κάθε ευκαιρία. Πάντα χρησιμοποιούν και τη γνωστή ρήση του Κ. Σημίτη σύμφωνα με την οποία «όποιος έχει στοιχεία, να τα πάει στον εισαγγελέα», διότι σύμφωνα με τον πρώην πρωθυπουργό η δημόσια διοίκηση και η Δικαιοσύνη πρέπει απλώς να κάθονται και να περιμένουν τον άνθρωπο με τα ντοκουμέντα! Οσοι, δε, επισημαίνουν πως κάτι μπορεί να πάει στραβά με την τάδε σύμβαση ή τον δείνα κρατικό προμηθευτή είναι όμηροι συμφερόντων και υπάλληλοι εκβιαστών, σε αντίθεση με τις πάλλευκες περιστέρες που κυβέρνησαν τη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες ή τους επιχειρηματίες που ενθυλάκωσαν τα δισεκατομμύρια των δανεικών που καλούμαστε να πληρώσουμε σήμερα.

Το αστείο της υπόθεσης είναι πως τα δήθεν μόνιμα θύματα της διαπλοκής και των εκβιαστών ουδέποτε κατονομάζουν τους δράστες των εγκλημάτων στα οποία αναφέρονται. Συνήθως, μάλιστα, παρελαύνουν από τα τηλεοπτικά / ραδιοφωνικά στούντιο και τις εφημερίδες όσων καταγγέλλουν με υπονοούμενα. Οι περισσότεροι είναι μόνιμοι πελάτες καθώς τους παρέχεται χρόνος και σελίδες για να προβάλουν το τεράστιο έργο τους. Σε περισσότερο δύσκολη θέση βρίσκονται, όμως, οι επιχειρηματίες οι οποίοι παραπονούνται ανεπισήμως πως οι πολιτικοί νομοθετούν για τους λίγους ολιγάρχες σε βάρος των χιλιάδων υγιών εταιρειών. Αφού κατονομάσουν και καταχεριάσουν ανεπισήμως τους τυχερούς αιώνιους προμηθευτές ή μονίμως ωφελούμενους, σε παρακαλούν να μη γράψεις τίποτα, «μόνο γενικές κουβέντες».

Από το συγκεκριμένο γαϊτανάκι βολεύονται όλοι. Κυρίως οι πολιτικοί οι οποίοι επωφελούνται από την ανύπαρκτη διαφάνεια στη διαχείριση δημοσίων συμβάσεων ώστε να εξυπηρετούν τους φίλους και ταυτόχρονα να τους καταγγέλλουν! Την ίδια στιγμή κατακεραυνώνουν και όσους τολμούν να ψελλίσουν πως κάτι συμβαίνει με την τάδε ή την δείνα σύμβαση εκατομμυρίων επειδή δεν πήγαν κατευθείαν στον εισαγγελέα. Καθήκον των υπουργών είναι να διερευνούν για τον τρόπο αξιοποίησης πολύτιμων κρατικών κονδυλίων και να ζητούν απολογισμό και ευθύνες από όσους συμβάλλουν στην σπατάλη. Αντί να ζητούν στοιχεία από τους πολίτες, ας ερευνήσουν τι πραγματικά συμβαίνει σε πλήθος συμβάσεων που σέρνονται. Από άλλους πρέπει να ζητήσουν το λογαριασμό. Και ας πουν επιτέλους και ποιοι είναι η διαπλοκή και ποιοι οι εκβιαστές που τους ταλαιπωρούν.

Δημοσιεύθηκε στη «δημοκρατία»

Τα ίδια σκούρα κοστούμια

Η «δημιουργική καταστροφή» είναι, κατά μία σχολή της οικονομικής επιστήμης, η κολυμβήθρα του Σιλωάμ για την οικονομία και τον καπιταλισμό: Μέσα από μια κρίση, το παλαιό, σάπιο, κατεστημένο καταστρέφεται και αναδύονται νέες, περισσότερο υγιείς, δυνάμεις οι οποίες αναλαμβάνουν να οδηγήσουν την οικονομία και την κοινωνία. Πολλοί περίμεναν πως κάτι αντίστοιχο θα έβλεπαν και στην Ελλάδα της εξαετούς κρίσης. Μέσα από τα χαλάσματα θα δημιουργούνταν νέες ευκαιρίες, θα ξεφύτρωναν νέες εταιρείες και πρόσωπα, πως θα κατέρρεε το παλαιό, κρατικοδίαιτο μοντέλο της ελληνικής επιχειρηματικότητας.

Αλλα δείχνει η σκληρή πραγματικότητα: Οι ίδιοι μεταπράτες, με τα σκούρα κοστούμια, κυκλοφορούν στα υπουργικά γραφεία. Μόνο που αυτή τη φορά (επειδή δε θέλουν να δώσουν ούτε ευρώ από τα κεφάλαια που άντλησαν την περίοδο που άρμεγαν το ελληνικό δημόσιο) συνοδεύονται από ξένους επιχειρηματίες, ενίοτε προερχόμενους από αντιδημοκρατικά καθεστώτα της Ανατολής. Οι μεταπράτες βάζουν τις γνωριμίες, οι Ανατολίτες τα μετρητά και η ζωή συνεχίζεται δια των εξαγγελιών περί της επικείμενης ανάπτυξης. Οι ισχυροί κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες που συνέβαλλαν στην κατάρρευση της χώρας είναι αυτοί που επωφελούνται από το ξεπούλημα της κρατικής περιουσίας ώστε να αποπληρωθεί το δημόσιο χρέος.

Οσο και αν διαμαρτύρονται ή μας υπενθυμίζουν τον αρπακτικό χαρακτήρα της επιχειρηματικότητας που μας οδήγησε στην καταστροφή όψιμοι επικριτές, όπως ο πρόεδρος του ΣΕΒ Δημ. Δασκαλόπουλος, η κατάσταση δεν αλλάζει. Μια ματιά στις φωτογραφίες με τις διάφορες επισκέψεις ξένων επισήμως ή τα ταξίδια επιχειρηματιών στο εξωτερικό αρκεί: Στο φόντο διακρίνονται οι ίδιες φυσιογνωμίες.

Δυστυχώς, το καινούργιο δεν έχει χώρο για να εμφανιστεί, αφού οι αλλαγές προωθούνται με δυσκολία (ενίοτε απλώς ανακοινώνονται χωρίς να υλοποιούνται) και καταβάλλεται τεράστια προσπάθεια ώστε να μην αλλάξει τίποτα. Στη συντήρηση του παλαιού καθεστώτος συμβάλλουν και οι τράπεζες οι οποίες δεν επιθυμούν να γράψουν τις τεράστιες ζημιές από τα δάνεια που έχουν αρκετοί από τους επιχειρηματίες της διαπλοκής. Ετσι διατηρούν με τεχνητά μέσα στη ζωή κάποιους από τους κρατικοδίαιτους παράγοντες της προηγούμενης 30ετίας. Αυτούς ξέρουμε, αυτούς εμπιστευόμαστε. Ετσι, χωρίς δημιουργία, στην Ελλάδα μένει μόνο η καταστροφή.

Δημοσιεύθηκε στις 2/6/2013 στην «κυριακάτικη δημοκρατία»