Το υπερ-ταμείο και τα μαθήματα από τις ιδιωτικοποιήσεις στη Γερμανία

Η γερμανική πλευρά φέρεται να πίεσε για τη δημιουργία ενός μεγάλου υπερ-ταμείου κρατικής περιουσίας προς πώληση, την ίδια στιγμή που ένας γερμανικός όμιλος, η Fraport, επωφελείται με την απόκτηση ενός από τα λίγα «φιλέτα”, τα ελληνικά περιφερειακά αεροδρόμια.

Ομως, το μοντέλο που ακολούθησε το Βερολίνο στις αρχές τις δεκαετίας του ’90 με τις αποκρατικοποιήσεις, μέσω της περίφημης Treuhandastalt (Treuhand) αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή. Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζει ο Vladimiro Giacche, πρόεδρος του ιταλικού Centro Europa Ricerche (CER), με άρθρο του στην τελευταία έκδοση του «Βαρομέτρου Ιδιωτικοποιήσεων”. Το «Βαρόμετρο” (Privatisation Barometer) εκδίδεται κάθε χρόνο από το ιταλικό Fondazione Eni Enrico Mattei (FEEM) σε συνεργασία με την εταιρεία συμβούλων / ελεγκτών KPMG.

Ο Giacche προ διετίας κυκλοφόρησε ένα βιβλίο («Anschluss, η προσάρτηση: Η ενοποίηση της Γερμανίας και το μέλλον της Ευρώπης) με το οποίο αποδομεί λεπτομερώς τον μύθο της επιτυχημένης ενοποίησης και υποστηρίζει πως η οικονομική πολιτική της Γερμανίας μετά το 1989 υπήρξε καταστροφική για την παραγωγική βάση και τον κοινωνικό ιστό της πρώην Ανατολικής Γερμανίας.

Με το άρθρο επικεντρώνεται στις ιδιωτικοποιήσεις της περιόδου 1990 – 94 μέσω της Treuhand και επισημαίνει πως α). ο μεγάλος αριθμός περιουσιακών στοιχείων που πωλούνταν ταυτόχρονα οδήγησε σε κατάρρευση τιμών και σε ξεπούλημα, β). οι πωλήσεις κρατικών περιουσιακών στοιχείων έγιναν χωρίς ουσιαστικό έλεγχο από τους πολίτες, γ). πως οι Γερμανοί οι οποίοι πιέζουν σήμερα για ανοικτούς διαγωνισμούς κατάφεραν την περίοδο 1990 – 1994, μέσω κλειστών διαδικασιών, να πωλήσουν το 87% των περιουσιακών στοιχείων σε Δυτικογερμανούς επιχειρηματίες και επιχειρήσεις, δ). πως διασώθηκαν ή πωλήθηκαν μόνο όσες εταιρείες της πρώην Ανατολικής Γερμανίας δεν ανταγωνίζονταν επιχειρήσεις της Δυτικής, όπως παραδέχθηκε και στέλεχος της Treuhand στο πλαίσιο της εξεταστικής επιτροπής που συστήθηκε το 1993 με απόφαση του Γερμανικού Κοινοβουλίου, ε). πως δεν υπήρξε ουσιαστικός έλεγχος των ιδιωτών που απέκτησαν την κρατική περιουσία με αποτέλεσμα ενώ είχαν υπάρξει δεσμεύσεις για επενδύσεις 200 δισ. μάρκα (100 δισ. ευρώ) τελικά πραγματοποιήθηκαν μόλις 10 δισ. μάρκα (5 δισ. ευρώ)!

Ο Giacche, ο οποίος δηλώνει πως δεν είναι αντι-Γερμανός αλλά ασκεί σκληρή κριτική στην οικονομική πολιτική του Βερολίνου, υποστηρίζει στο άρθρο πως η Treuhand κατείχε μεταξύ 1990 και 1994 (οπότε και έκλεισε) 8.500 εργοστάσια και άλλες επιχειρήσεις της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, 20.000 καταστήματα, 7.500 εστιατόρια, 900 βιβλιοπωλεία, 1.854 φαρμακεία, 30.700.000 στρέμματα γης και δασικών εκτάσεων και άλλα ακίνητη περιουσία 25 δισεκατομμυρίων τετραγωνικών μέτρων. Ενας στους δύο εργαζομένους στην πρώην Ανατολική Γερμανία εργάζονταν στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις.

Οταν ιδρύθηκε η Treuhand είχε αναφερθεί πως τα περιουσιακά της στοιχεία προσέγγιζαν κατ’ εκτίμηση τα 600 δισ. μάρκα (300 δισ. ευρώ). Ομως, όταν στις 31 Δεκεμβρίου 1994 έκλεισε ο οργανισμός ιδιωτικοποιήσεων υπολογίστηκε πως είχε συσσωρεύσει ζημιές 256 δισ. μάρκων (128 δισ. ευρώ) με τον Ιταλό οικονομολόγο να υποστηρίζει πως η συνολική ζημιά από τη δραστηριότητά της έφτασε τα 900 δισ. μάρκα (450 δισ. ευρώ), χωρίς να στηρίξει τον παραγωγικό ιστό της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ο οποίος και διαλύθηκε.

Στο άρθρο επισημαίνεται πως τα αποτελέσματα της Treuhand ήταν πενιχρά έως αρνητικά επειδή ο ιδρυτικός της νόμος ανέφερε πως «η κρατική περιουσία πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί”. Συνεπώς δόθηκε περισσότερο βάρος στην πώληση επιχειρήσεων, κλπ, και όχι στην αναδιάρθρωση ή διάσωσή τους. Ετσι, κατά τον Giacche, πωλήθηκαν έναντι πινακίου φακής (αφού ήταν προβληματικές) και επιχειρήσεις οι οποίες θα μπορούσαν να διασωθούν αν υπήρχε σχέδιο. Οπως γράφει, «σε πολλές περιπτώσεις υπήρχαν δύο εναλλακτικές: το εσπευσμένο λουκέτο ή η εσπευσμένη ιδιωτικοποίηση”.

Ενα άλλο ενδιαφέρον σημείο του άρθρου επικενρώνεται στον τρόπο με τον οποίο ιδιωτικοποιήθηκαν οι χιλιάδες επιχειρήσεις και ακίνητα που ήταν στο χαρτοφυλάκιο της Treuhand. Οπως επισημαίνεται, οι περισσότερες έγιναν με «ιδιωτική τοποθέτηση” και όχι με διαγωνισμούς. Ετσι η Treuhand κατάφερε να πωλήσει το 87% των περιουσιακών της στοιχείων σε γερμανικούς ομίλους ή επιχειρηματίες. Από την άλλη πλευρά, όμως, η συγκεκριμένη στρατηγική περιόρισε τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις και επέτρεψε να αναπτυχθούν φαινόμενα διαφθοράς. Για παράδειγμα, στελέχη του υποκαταστήματος της Treuhand στη Χάλλε (τη μεγαλύτερη πόλη στο γερμανικό κρατίδιο της Σαξωνίας- ‘Ανχαλτ) είχε δημιουργήσει συμμαχία με γνωστούς εγκληματίες με στόχο την ενθυλάκωση κρατικών περιουσιακών στοιχείων. Το 1994 ο τότε υπουργός Οικονομικών Waigel, απαντώντας σε σχετική ερώτηση στο Γερμανικό Κοινοβούλιο, είχε υποστηρίξει πως η ζημιά λόγω της δράσης εγκληματιών στις ιδιωτικοποιήσεις έφτασε το 1,5 δισ. ευρώ, ενώ άλλοι την ανεβάζουν σήμερα στα 12,5 δισ. ευρώ.

Η βιασύνη στην πώληση της κρατικής περιουσίας έπαιξε, επίσης, εξαιρετικά αρνητικό ρόλο κατά τον Giacche. Υπενθυμίζει τις δηλώσεις της Birgit Breuel (διαδέχθηκε στην προεδρία της Treuhand τον Detlev Karsten Rohwedder που δολοφονήθηκε από αγνώστους την 1η Απριλίου 1991) σύμφωνα με τις οποίες: «Μέσα σε μόλις τέσσερις μήνες πωλήσαμε περίπου 1.000 εταιρείες. Η κα Θάτσερ (σ.σ. η πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας) πώλησε μόλις 25 εταιρείες σε δύο χρόνια και η γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση χρειάζεται έναν χρόνο για να πωλήσει μία εταιρεία”. Τα υψηλά μπόνους που έλαβαν τα στελέχη της Treuhand με την επίτευξη συγκεκριμένου αριθμού ιδιωτικοποιήσεων οδήγησαν τελικά σε μαζικές πωλήσεις και χαμηλές τιμές, υποστηρίζει ο ίδιος αναλυτής.

Δημοσιεύθηκε στη «Δημοκρατία”

Please follow and like us:

Πόσο γρήγορα ξεχνούν οι Γερμανοί; (2)

Η κοντή μνήμη των Γερμανών δεν τους βοηθά να θυμηθούν πως δεν έχουν περάσει ούτε είκοσι χρόνια από την τελευταία φορά που πλήρωσαν ακριβά την αδιαφορία για τους μηχανισμούς αλληλεγγύης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Ματιέ Πιγκάς, για πολλά χρόνια ανώτατο στέλεχος της τράπεζας Lazard Frères, τους το υπενθυμίζει στο βιβλίο «Επαναστάσεις» στο οποίο αναφέρεται εκτενώς στη δυσάρεστη εμπειρία των Γερμανών το 1992-93 από την κρίση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ). Τότε, η έξοδος της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Βρετανίας από τον ΜΣΙ οδήγησε τη Γερμανία σε βαθιά οικονομική κρίση που χρειάστηκε σχεδόν δέκα χρόνια για να αντιμετωπίσει. Ηταν η περίοδος που οι Γερμανοί παρουσιάζονταν από τον έγκυρο διεθνή Τύπο ως ο «Μεγάλος Ασθενής» της Γηραιάς Ηπείρου και χρειάστηκε το ευρώ για να επιστρέψουν στους ρυθμούς ανάπτυξης του παρελθόντος.

Ο Πιγκάς είναι βέβαια γνωστός για τις ακραίες θέσεις του αφού είχε παρομοιάσει την καγκελάριο Μέρκελ με τον Πάουλ φον Χίντενμπουργκ – τον δεύτερο πρόεδρο της Γερμανίας κατά την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Αρκετοί υποστηρίζουν πως ο Χίντενμπουργκ, με την επιμονή του στη δημοσιονομική πειθαρχεία και τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, άνοιξε τον δρόμο στον Αδόλφο Χίτλερ. Οσα περιγράφει ο Γάλλος τραπεζίτης στο βιβλίο για την κρίση του ΜΣΙ είναι εξόχως διδακτικά. Και για εμάς και για τους Γερμανούς. Τι συνέβη τότε; Οι Ισπανοί, οι Ιταλοί και οι Βρετανοί δεν άντεξαν τις αρνητικές συνέπειες από την αγκίστρωση των νομισμάτων τους στο γερμανικό μάρκο. Οι Γερμανοί, μετά την επανένωση, είχαν ανεβάσει τα επιτόκια για να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό. Το ίδιο αναγκάστηκαν να πράξουν και οι άλλες οικονομίες του ΜΣΙ, αλλά τα επιτόκιά τους ήταν πολύ υψηλά σε σχέση με τις πραγματικές απαιτήσεις των οικονομιών τους. Στην ουσία, πλήρωναν για την επανένωση των δύο Γερμανιών, χωρίς λόγο.

Οι Γερμανοί σφύριζαν αδιάφορα και δεν έκαναν τίποτα και στο τέλος ο ΜΣΙ εξερράγη: Το μάρκο απογειώθηκε και υπερτιμήθηκε κατά σχεδόν 35% σε σχέση με την ισπανική πεσέτα και κατά 40% σε σχέση με την ιταλική λιρέτα. Το 1993 η Γερμανία βρέθηκε σε ύφεση και την ίδια χρονιά το σημαντικό εμπορικό πλεόνασμα του 1988 ήταν μηδενικό! Η ανεργία σχεδόν διπλασιάστηκε μεταξύ του 1992 και του 1997 (από 6% ξεπέρασε το 10%) και χρειάστηκαν πολλά χρόνια λιτότητας για να επιστρέψουν στην ανάκαμψη. Τώρα, βέβαια, καρπώνονται τα οφέλη από εκείνα τα χρόνια λιτότητας (κυρίως με τη συγκράτηση του μισθολογικού κόστους). Ξεχνούν, όμως, πως μπορεί να επαναληφθεί η δυσάρεστη εμπειρία της δεκαετίας του ’90 στην περίπτωση που επιχειρήσουν να εφαρμόσουν το μοντέλο της Ελλάδας (δηλαδή την ανελέητη λιτότητα) στην Ιταλία. Οι Ιταλοί δεν θα αντέξουν και μια κατάρρευση της ευρωζώνης θα είχε πολλαπλάσιες επιπτώσεις από την κρίση του ΜΣΙ.  Αλλά είπαμε, στο Βερολίνο ξεχνούν πολύ γρήγορα.

 Δημοσιεύεται σήμερα στη «δημοκρατία”

Please follow and like us:

Πόσο γρήγορα ξεχνούν οι Γερμανοί; Ακαριαία

«Μα είναι δυνατόν να συμπεριφέρονται με τέτοια σκληρότητα οι Γερμανοί;» αναρωτιούνται κάποιοι από αυτούς που παρακολουθούν όσα συμβαίνουν στην Κύπρο τις τελευταίες ημέρες. «Είναι δυνατόν να έχουν ξεχάσει τα χρόνια της δυστυχίας και της φτώχειας που πέρασαν οι ίδιοι μετά την καταστροφή που προκάλεσαν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου;». «Είναι δυνατόν να κινούνται τόσο μακριά από το όραμα των μεταπολεμικών ηγετών που ήθελαν μια Ευρώπη ενωμένη και αλληλέγγυα;».

Αλλη γνώμη έχουν οι Γερμανοί, όπως φαίνεται και από τα δημοσιεύματα του τοπικού Τύπου. Πιστεύουν πως έχουν εξοφλήσει το χρέος τους και πως ήρθε η ώρα να πάρουν και τα ρέστα τους γιατί αυτοί είναι «οι νοικοκυραίοι» και εμείς οι «κατσαπλιάδες». Οσοι έχουν αμφιβολίες ας ρίξουν μια ματιά στην εξαιρετική ιστορία της μεταπολεμικής Ευρώπης του Βρετανού ιστορικού Τόνι Τζαντ. Εξηγεί πως από τη δεκαετία του 1950, η Γερμανία του Αντενάουερ εμφανίζονταν στην κοινή γνώμη της χώρας ως τρεις φορές θύμα: Πρώτα στα χέρια του Χίτλερ (αν κάποιος έβλεπε γερμανικές ταινίες της εποχής, όπως «Η τελευταία Γέφυρα» ή «Κανάρης» θα νόμιζε πως οι περισσότεροι Γερμανοί πέρασαν τα χρόνια του πολέμου στην αντίσταση κατά των Ναζί!), μετά στα χέρια των εχθρών τους (οι κατεστραμμένες από τους βομβαρδισμούς πόλεις ενίσχυαν την εικόνα πως η πρώτη γραμμή του μετώπου βρίσκονταν στα σπίτια τους) και τέλος από τη μεταπολεμική προπαγάνδα των Συμμάχων η οποία, κατά τους Γερμανούς, «φούσκωνε» τα εγκλήματά τους και έκρυβε τις μεγάλες ζημιές που υπέστη η χώρα.

Ο Τ. Τζαντ υπενθυμίζει και την τύχη που είχε το ντοκιμαντέρ «Νύχτα και Ομίχλη» του κορυφαίου Γάλλου σκηνοθέτη Αλέν Ρενέ, με εικόνες από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Δυτική Γερμανία, που ήταν έτοιμη να γίνει πλήρες μέλος του ΝΑΤΟ, ζήτησε και πέτυχε να αποσυρθεί από το Φεστιβάλ των Καννών το 1955, με παρέμβαση της γαλλικής κυβέρνησης. Η μεταπολεμική Γερμανία οικοδομήθηκε με ισχυρή δόση συλλογικής αμνησίας ή καλύτερα επιλεκτικής μνήμης, σύμφωνα με την οποία στη Βέρμαχτ υπηρετούσαν ήρωες και οι Ναζί ήταν μια μικρή μειοψηφία οι οποίοι και τιμωρήθηκαν όπως τους άξιζε. Εξάλλου, τον Ιανουάριο του 1951 ακόμα και ο ίδιος ο αρχιστράτηγος των Συμμάχων Ντ. Αϊζενχάουερ έφτασε μέχρι του σημείου να υποστηρίξει πως είναι λάθος να συγχέεται η Βέρμαχτ με τους Ναζί προσθέτοντας πως «ο Γερμανός στρατιώτης πολέμησε γενναία και ηρωικά για την πατρίδα του».

Δώδεκα χρόνια μετά, ο Γάλλος πρόεδρος Ντε Γκωλ, κατά τη διάρκεια ομιλίας στο Αμβούργο, είπε στο πλήθος που παραληρούσε: «Ζήτω η Γαλλο-Γερμανική φιλία! Είστε μεγάλος λαός!». Λέγεται πως λίγο αργότερα είπε σε έναν συνεργάτη του: «Αν ήταν ακόμα μεγάλος λαός, δεν θα με χειροκροτούσαν με τόσο ενθουσιασμό»…

Δημοσιεύθηκε την Παρασκευή στη «δημοκρατία”

Please follow and like us: