Αυτά συμβαίνουν στο καλύτερο σχολείο της χώρας

Μια απόφαση της αμερικανικής Δικαιοσύνης, για την οποία διάβασα στο Mononews, δείχνει τι πραγματικά συμβαίνει με την κόντρα για το Κολέγιο Αθηνών. Οποιος έχει κουράγιο ας διαβάσει το αρχείο γιατί περιέχει ενδιαφέροντες χαρακτηρισμούς για καταστάσεις και πρόσωπα.

document

 

 

Το υπερ-ταμείο και τα μαθήματα από τις ιδιωτικοποιήσεις στη Γερμανία

Η γερμανική πλευρά φέρεται να πίεσε για τη δημιουργία ενός μεγάλου υπερ-ταμείου κρατικής περιουσίας προς πώληση, την ίδια στιγμή που ένας γερμανικός όμιλος, η Fraport, επωφελείται με την απόκτηση ενός από τα λίγα «φιλέτα», τα ελληνικά περιφερειακά αεροδρόμια.

Ομως, το μοντέλο που ακολούθησε το Βερολίνο στις αρχές τις δεκαετίας του ’90 με τις αποκρατικοποιήσεις, μέσω της περίφημης Treuhandastalt (Treuhand) αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή. Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζει ο Vladimiro Giacche, πρόεδρος του ιταλικού Centro Europa Ricerche (CER), με άρθρο του στην τελευταία έκδοση του «Βαρομέτρου Ιδιωτικοποιήσεων». Το «Βαρόμετρο» (Privatisation Barometer) εκδίδεται κάθε χρόνο από το ιταλικό Fondazione Eni Enrico Mattei (FEEM) σε συνεργασία με την εταιρεία συμβούλων / ελεγκτών KPMG.

Ο Giacche προ διετίας κυκλοφόρησε ένα βιβλίο («Anschluss, η προσάρτηση: Η ενοποίηση της Γερμανίας και το μέλλον της Ευρώπης) με το οποίο αποδομεί λεπτομερώς τον μύθο της επιτυχημένης ενοποίησης και υποστηρίζει πως η οικονομική πολιτική της Γερμανίας μετά το 1989 υπήρξε καταστροφική για την παραγωγική βάση και τον κοινωνικό ιστό της πρώην Ανατολικής Γερμανίας.

Με το άρθρο επικεντρώνεται στις ιδιωτικοποιήσεις της περιόδου 1990 – 94 μέσω της Treuhand και επισημαίνει πως α). ο μεγάλος αριθμός περιουσιακών στοιχείων που πωλούνταν ταυτόχρονα οδήγησε σε κατάρρευση τιμών και σε ξεπούλημα, β). οι πωλήσεις κρατικών περιουσιακών στοιχείων έγιναν χωρίς ουσιαστικό έλεγχο από τους πολίτες, γ). πως οι Γερμανοί οι οποίοι πιέζουν σήμερα για ανοικτούς διαγωνισμούς κατάφεραν την περίοδο 1990 – 1994, μέσω κλειστών διαδικασιών, να πωλήσουν το 87% των περιουσιακών στοιχείων σε Δυτικογερμανούς επιχειρηματίες και επιχειρήσεις, δ). πως διασώθηκαν ή πωλήθηκαν μόνο όσες εταιρείες της πρώην Ανατολικής Γερμανίας δεν ανταγωνίζονταν επιχειρήσεις της Δυτικής, όπως παραδέχθηκε και στέλεχος της Treuhand στο πλαίσιο της εξεταστικής επιτροπής που συστήθηκε το 1993 με απόφαση του Γερμανικού Κοινοβουλίου, ε). πως δεν υπήρξε ουσιαστικός έλεγχος των ιδιωτών που απέκτησαν την κρατική περιουσία με αποτέλεσμα ενώ είχαν υπάρξει δεσμεύσεις για επενδύσεις 200 δισ. μάρκα (100 δισ. ευρώ) τελικά πραγματοποιήθηκαν μόλις 10 δισ. μάρκα (5 δισ. ευρώ)!

Ο Giacche, ο οποίος δηλώνει πως δεν είναι αντι-Γερμανός αλλά ασκεί σκληρή κριτική στην οικονομική πολιτική του Βερολίνου, υποστηρίζει στο άρθρο πως η Treuhand κατείχε μεταξύ 1990 και 1994 (οπότε και έκλεισε) 8.500 εργοστάσια και άλλες επιχειρήσεις της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, 20.000 καταστήματα, 7.500 εστιατόρια, 900 βιβλιοπωλεία, 1.854 φαρμακεία, 30.700.000 στρέμματα γης και δασικών εκτάσεων και άλλα ακίνητη περιουσία 25 δισεκατομμυρίων τετραγωνικών μέτρων. Ενας στους δύο εργαζομένους στην πρώην Ανατολική Γερμανία εργάζονταν στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις.

Οταν ιδρύθηκε η Treuhand είχε αναφερθεί πως τα περιουσιακά της στοιχεία προσέγγιζαν κατ’ εκτίμηση τα 600 δισ. μάρκα (300 δισ. ευρώ). Ομως, όταν στις 31 Δεκεμβρίου 1994 έκλεισε ο οργανισμός ιδιωτικοποιήσεων υπολογίστηκε πως είχε συσσωρεύσει ζημιές 256 δισ. μάρκων (128 δισ. ευρώ) με τον Ιταλό οικονομολόγο να υποστηρίζει πως η συνολική ζημιά από τη δραστηριότητά της έφτασε τα 900 δισ. μάρκα (450 δισ. ευρώ), χωρίς να στηρίξει τον παραγωγικό ιστό της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ο οποίος και διαλύθηκε.

Στο άρθρο επισημαίνεται πως τα αποτελέσματα της Treuhand ήταν πενιχρά έως αρνητικά επειδή ο ιδρυτικός της νόμος ανέφερε πως «η κρατική περιουσία πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί». Συνεπώς δόθηκε περισσότερο βάρος στην πώληση επιχειρήσεων, κλπ, και όχι στην αναδιάρθρωση ή διάσωσή τους. Ετσι, κατά τον Giacche, πωλήθηκαν έναντι πινακίου φακής (αφού ήταν προβληματικές) και επιχειρήσεις οι οποίες θα μπορούσαν να διασωθούν αν υπήρχε σχέδιο. Οπως γράφει, «σε πολλές περιπτώσεις υπήρχαν δύο εναλλακτικές: το εσπευσμένο λουκέτο ή η εσπευσμένη ιδιωτικοποίηση».

Ενα άλλο ενδιαφέρον σημείο του άρθρου επικενρώνεται στον τρόπο με τον οποίο ιδιωτικοποιήθηκαν οι χιλιάδες επιχειρήσεις και ακίνητα που ήταν στο χαρτοφυλάκιο της Treuhand. Οπως επισημαίνεται, οι περισσότερες έγιναν με «ιδιωτική τοποθέτηση» και όχι με διαγωνισμούς. Ετσι η Treuhand κατάφερε να πωλήσει το 87% των περιουσιακών της στοιχείων σε γερμανικούς ομίλους ή επιχειρηματίες. Από την άλλη πλευρά, όμως, η συγκεκριμένη στρατηγική περιόρισε τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις και επέτρεψε να αναπτυχθούν φαινόμενα διαφθοράς. Για παράδειγμα, στελέχη του υποκαταστήματος της Treuhand στη Χάλλε (τη μεγαλύτερη πόλη στο γερμανικό κρατίδιο της Σαξωνίας- ‘Ανχαλτ) είχε δημιουργήσει συμμαχία με γνωστούς εγκληματίες με στόχο την ενθυλάκωση κρατικών περιουσιακών στοιχείων. Το 1994 ο τότε υπουργός Οικονομικών Waigel, απαντώντας σε σχετική ερώτηση στο Γερμανικό Κοινοβούλιο, είχε υποστηρίξει πως η ζημιά λόγω της δράσης εγκληματιών στις ιδιωτικοποιήσεις έφτασε το 1,5 δισ. ευρώ, ενώ άλλοι την ανεβάζουν σήμερα στα 12,5 δισ. ευρώ.

Η βιασύνη στην πώληση της κρατικής περιουσίας έπαιξε, επίσης, εξαιρετικά αρνητικό ρόλο κατά τον Giacche. Υπενθυμίζει τις δηλώσεις της Birgit Breuel (διαδέχθηκε στην προεδρία της Treuhand τον Detlev Karsten Rohwedder που δολοφονήθηκε από αγνώστους την 1η Απριλίου 1991) σύμφωνα με τις οποίες: «Μέσα σε μόλις τέσσερις μήνες πωλήσαμε περίπου 1.000 εταιρείες. Η κα Θάτσερ (σ.σ. η πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας) πώλησε μόλις 25 εταιρείες σε δύο χρόνια και η γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση χρειάζεται έναν χρόνο για να πωλήσει μία εταιρεία». Τα υψηλά μπόνους που έλαβαν τα στελέχη της Treuhand με την επίτευξη συγκεκριμένου αριθμού ιδιωτικοποιήσεων οδήγησαν τελικά σε μαζικές πωλήσεις και χαμηλές τιμές, υποστηρίζει ο ίδιος αναλυτής.

Δημοσιεύθηκε στη «Δημοκρατία»

Κανείς δεν ήξερε για το «καρτέλ» των εργολάβων

Επί σχεδόν έξι χρόνια, την περίοδο που εφαρμόστηκε ο περίφημος μαθηματικός τύπος επιλογής αναδόχου στα δημόσια έργα, οι προσφορές στους περισσότερους διαγωνισμούς γράφονταν με το ίδιο χέρι, χωρίς να κάνουν τίποτα τα υπουργεία, οι άλλοι κρατικοί φορείς, οι εκπρόσωποι του Τεχνικού Επιμελητηρίου (ΤΕΕ) και τα άλλα μέλη των επιτροπών αξιολόγησης, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κλπ.

Μόνο μία από τις μεγάλες εφημερίδες (η «Καθημερινή») και ένας δημοσιογράφος (η αφεντομουτσουνάρα μου, εργαζόμενος τότε στο Φάληρο) έγραφαν για όσα συμβαίνουν στους διαγωνισμούς εκείνη τη λαμπρή περίοδο του «εκσυγχρονισμού» που η χώρα κάλπαζε προς «τη σύγκλιση» με την πλούσια Ευρώπη! Στην πραγματικότητα πήγαινε καρφί για τη χρεοκοπία.

Με την προχθεσινή της ανακοίνωση, η Επιτροπή Ανταγωνισμού παραδέχθηκε πως χρειάστηκε σχεδόν δύο δεκαετίες για να διαπιστώσει το προφανές: Για πολλά χρόνια οι εργολάβοι, όχι μόνο οι ισχυροί αλλά και στα μικρότερα έργα, είχαν χωριστεί σε «συμμετέχοντες» και «ενδιαφερόμενους». Οι «συμμετέχοντες» απλώς κατέθεταν προσφορές ώστε μέσω του μαθηματικού τύπου να πάρει το έργο ο «ενδιαφερόμενος»!

Η απαξίωση του κλάδου είχε φτάσει μέχρι του σημείου να κατατίθενται οι προσφορές, ακόμα και σε σακούλες σκουπιδιών από έναν εργολάβο με τις υπηρεσίες να σφυρίζουν αδιάφορα. Εταιρείες συγκεκριμένης κατηγορίας του εργοληπτικού πτυχίου είχαν μάλιστα ιδρύσει και κοινή επιχείρηση, με αντικείμενο την «παραγωγή των προσφορών»! Στο ΦΕΚ ίδρυσης της εταιρείας, στο Δ.Σ. της οποίας συμμετείχαν στελέχη τεχνικών εταιρειών, αναφέρονταν ως αντικείμενο η «παραγωγή φωτοτυπιών», κλπ.

Είναι, επίσης, γνωστές οι καταγγελίες που είχαν γίνει στη Βουλή, χωρίς να επιβεβαιωθούν, περί υπεράκτιας εταιρείας που χρησιμοποιούνταν ώστε να μοιράζεται το περίφημο «κολόκουρο», η αμοιβή στις εταιρείες που συμμετείχαν ώστε να πάρει το έργο κάποια συγκεκριμένη.

Η Επιτροπή εξέτασε και καταγγελίες για προσυμφωνημένες προσφορές των τεχνικών εταιρειών τα τελευταία χρόνια, μετά την κατάργηση του μαθηματικού τύπου. Επειδή δε γνωστοποίησε λεπτομέρειες των ευρημάτων της, είναι άγνωστο αν εντόπισε κάτι συγκεκριμένο.

Στην αγορά κατασκευών δε χρειάζονταν το πόρισμα της Επιτροπής Ανταγωνισμού για να καταλάβουν πως η εκτεταμένη διαφθορά οδήγησε τελικά στην καταστροφή του κατασκευαστικού κλάδου ο οποίος τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει σωρευτικές ζημιές που αγγίζουν τα 2,5 δισ. ευρώ. Χρειάστηκε, βέβαια, και η μεσολάβηση των περίφημων συγχωνεύσεων στις αρχές της δεκαετίας του 2000 που οδήγησαν στη δημιουργία θνησιγενών ομίλων οι περισσότεροι από τους οποίους βούλιαξαν μέσα σε 2 – 3 χρόνια.

Μάλιστα, μεταξύ των περίπου 45 ελληνικών και ξένων εταιρειών (περιλαμβάνεται ακόμα και μια …πρώην τράπεζα, η Αγροτική!) που εγκαλεί η Επιτροπή Ανταγωνισμού υπάρχουν και πολλές επιχειρήσεις που έχουν κλείσει ή είναι σχεδόν κλειστές (όπως η ΕΡΓΑΣ του Γιώργου Μπατατούδη, η ΑΤΤΙΚΑΤ του Παναγιώτη Πανούση) ή είναι στην ουσία εταιρείες – σφραγίδες.

Την περίοδο της ευμάρειας και του μαθηματικού τύπου, ουδείς είχε συμφέρον να παρέμβει. Τώρα οι ρημαγμένοι από την κρίση κατασκευαστικοί όμιλοι κινδυνεύουν με πρόστιμα τα οποία θα τις οδηγήσουν σε οριστικό λουκέτο.

Η καθυστερημένη, κατά σχεδόν 20 χρόνια, παρέμβαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού έγινε μετά από καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Ενωση εργολάβου που σήμερα έχει βγει εκτός αγοράς. Η Επιτροπή, κλιμάκια της οποίας πραγματοποίησαν προ τριετίας εφόδους σε γραφεία τεχνικών εταιρειών, αξιοποίησε όμως τον Κωνσταντίνο Στέγγο του ομίλου Τεχνική Ολυμπιακή που «κελάηδησε» ώστε να αποφύγει τα πρόστιμα, αν επιβληθούν.

Οι διοικήσεις των τεχνικών εταιρειών υποστηρίζουν πως αδίκως κατηγορούνται καθώς το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο στα δημόσια έργα στην ουσία επιβάλλει τις συνεργασίες. Εδώ και μήνες ζητούν από την κυβέρνηση νομοθετική ρύθμιση ώστε να αντιμετωπίσουν το πόρισμα της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Σε διαφορετική περίπτωση έχουν επισημάνει πως «θα παραδώσουν τα κλειδιά» των εταιρειών τους που απασχολούν χιλιάδες εργαζόμενους.
Όλα θα κριθούν από την ενδεχόμενη νομοθετική ρύθμιση και τις τελικές αποφάσεις της Επιτροπής. Η ακρόαση των εταιρειών έχει προγραμματιστεί για τις 21 Ιουλίου.

Μία μικρότερη έκδοση του κειμένου δημοσιεύθηκε σήμερα στη «δημοκρατία»

Κάποτε υπήρχαν και καζίνο

Σε αναβρασμό και σε φάση πλήρους αναδιάρθρωσης βρίσκεται η ελληνική αγορά καζίνο την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση καλείται να αποφασίσει την τύχη της άδειας καζίνο που πρέπει να παραχωρήσει στο σχήμα υπό την Lamda Development που έχει αναλάβει τη διαχείριση του Ελληνικού. Με τα εννέα εν λειτουργία καζίνο της χώρας να εμφανίζουν αρνητική καθαρή θέση της τάξης των 400.000.000 ευρώ, με τα περισσότερα (μόνο το Καζίνο Πάρνηθας και Θεσσαλονίκης πληρώνουν κανονικά) να έχουν ρυθμίσει τις τεράστιες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το δημόσιο και αρκετά να ζητούν μετεγκατάσταση σε άλλες περιοχές, η κυβέρνηση αποφεύγει να ασχοληθεί με τα καυτά μέτωπα.

Τώρα αποδεικνύεται, όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς τυχερών παιχνιδιών, πως οι περισσότερες άδειες καζίνο μοιράστηκαν χαριστικά, χωρίς επαρκή μελέτη για τις δυνατότητες ανάπτυξης. Είναι χαρακτηριστικό πως είχε δοθεί άδεια καζίνο στη Φλώρινα η οποία απεσύρθη και το ελληνικό δημόσιο έχει πληρώσει αποζημιώσεις δεκάδων εκατομμυρίων στους κληρονόμους του μακαρίτη επιχειρηματία Πέτρου Τόττη. Μεγάλη αποζημίωση κλήθηκε να πληρώσει και στην εταιρεία που είχε επικρατήσει στη διαδικασία για την άδεια καζίνο στο Φλοίσβο.

Την ίδια στιγμή δεν υπάρχουν, ούτε προβλέπονται, άδειες καζίνο σε τουριστικές περιοχές της χώρας όπως η Μύκονος και άλλοι δημοφιλείς διεθνείς προορισμοί στο Αιγαίο, καθώς και η Κρήτη. Μάλιστα στην Κρήτη είχε προβλεφθεί μία άδεια καζίνο, αλλά με τροπολογία σε άσχετο σχέδιο νόμου προ ετών ανακλήθηκε και αυτή η δυνατότητα.

Σήμερα, πάντως, η αγορά βρίσκεται σε αναβρασμό, κυρίως επειδή εξετάζεται η παροχή άδειας καζίνο στο Ελληνικό και επειδή το δημόσιο έχει δυνατότητες ελιγμών επειδή έχει λήξει η περίοδος αποκλειστικότητας για όλα τα καζίνο ανά την Ελλάδα. Η τεράστια συρρίκνωση της αγοράς κινητοποιεί επίσης τους επιχειρηματίες του κλάδου. Τα ακαθάριστα έσοδα των 9 καζίνο της χώρας υποχώρησαν από 780.000.000 ευρώ το 2007 σε περίπου 275.000.000 ευρώ το 2014, σύμφωνα με στοιχεία της Επιτροπής Ελέγχου και Εποπτείας Παιγνίων (ΕΕΕΠ).

Ηδη, η οικογένεια Λασκαρίδη που μαζί με τον όμιλο ΕΛΛΑΚΤΩΡ (μειοψηφικό πακέτο κατέχει η ΕΤΑΔ, η εταιρεία κρατικών ακινήτων), ελέγχει το Καζίνο Πάρνηθας έχει ζητήσει μετεγκατάσταση σε άλλη θέση προς την παραλία, ενώ αντίστοιχο αίτημα θέττει και η ιδιοκτησία του Καζίνο Σύρου. Πάντως η μετεγκατάσταση του Καζίνο Ξάνθης στην Αλεξανδρούπολη (με την ελπίδα πως θα προσελκύσει περισσότερους Τούρκους λάτρεις του τζόγου) δεν ήταν επαρκής για να «αναστήσει» την εταιρεία. Το καζίνο Αλεξανδρούπολης, όσο και τα καζίνο Κέρκυρας και Ρίου (κάποτε τμήμα του κραταιού ομίλου ΜΕΤΩΝ – ΕΤΕΠ των επιχειρηματιών Χρήστου Αρφάνη και Νίκου Χιόνη) ελέγχονται από εταιρείες συμφερόντων του επιχειρηματία Κώστα Πηλαδάκη.

Σύμφωνα με πληροφορίες το καζίνο Κέρκυρας έχει ήδη μπει στη ρύθμιση των 100 δόσεων και με προσφυγή του ζητά τη ρύθμιση των οφειλών σε 200 δόσεις. Αλλά και το καζίνο Λουτρακίου, βασικοί μέτοχοι του οποίου είναι εταιρείες ισραηλινών συμφερόντων, έχει καταθέσει αγωγή με την οποία ζητεί αποζημίωση 45.000.000 ευρώ από το ελληνικό δημόσιο.

Το Καζίνο Λουτρακίου, που ξεκίνησε να λειτουργεί το 1994, πλήρωνε αρχικά φόρο παιγνίων 22% (20% στο δημόσιο και 2% τέλος παρεπιδημούντων στο δήμο Λουτρακίου). Με ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε υπογραφεί με το υπουργείο Ανάπτυξης το 1996, ο συντελεστής φόρου πήγε από 22% σε 33% και μετά το 2014 αναπροσαρμόστηκε στο 35%. Το 1996 οι ιδιοκτήτες του καζίνο Λουτρακίου δέχθηκαν την αύξηση του φορολογικού συντελεστή από 22% σε 33% επειδή το δημόσιο αναλάμβανε κάποιες δεσμεύσεις όπως η μη παραχώρηση άλλης άδειας καζίνο (πλην της Πάρνηθας που ήδη λειτουργούσε) στο νομό Αττικής. Προ μηνών, όμως, η διοίκηση του Καζίνο Λουτρακίου θεώρησε το ιδιωτικό συμφωνητικό ήταν παράνομο ή παραβιάστηκε από το δημόσιο και προσέφυγε στα δικαστήρια διεκδικώντας αποζημίωση 45.000.000 ευρώ.

Υπενθυμίζεται πως η σημερινή κατάσταση στα καζίνο διαμορφώθηκε πριν από δύο δεκαετίες με το νόμο 2206 του 1994. Τότε προβλέπονταν η χορήγηση 12 αδειών ανά την Ελλάδα (σήμερα λειτουργούν εννέα καζίνο). Συγκεκριμένα προβλέπονταν η χορήγηση δύο αδειών στην Αττική (Μον Παρνές στην Πάρνηθα και στη συνέχεια Φλοίσβος, άδεια που δεν παραχωρήθηκε τελικά). Μία στο νομό Θεσσαλονίκης που σήμερα ελέγχει η Regency της οικογένειας Λασκαρίδη. Μία στην Κρήτη (που ανακλήφθηκε όπως προαναφέρθηκε), μία στη Ρόδο (Grande Albergo delle Rose), μία στην Κέρκυρα (όπου και λειτούργησε το πρώτο μεταπολεμικό καζίνο στην Ελλάδα), μία στις εγκαταστάσεις του Πόρτο Καρράς στη Χαλκιδική, μία στο Λουτράκι, μία στο νομό Αχαϊας (Καζίνο Ρίου), μία στη Σύρο, μία στη Φλώρινα και μία στην περιοχή της Δοϊράνης. Ο νόμος προέβλεπε πως με απόφαση του υπουργού Τουρισμού μπορούν να εκδοθούν δύο επιπλέον άδειες καζίνο από τις οποίες εκδόθηκε μόνο η μία (στην Ξάνθη που τελικά μετακόμισε στην Αλεξανδρούπολη) και εκκρεμεί η άδεια για την Ηπειρο.

Στην αγορά υποστηρίζουν σήμερα πως η κυβέρνηση που καλείται να συνδιαλλαγεί πλεόν με καταχρεωμένες επιχειρήσεις θα πρέπει να προχωρήσει σε αναδιάταξη της αγοράς με την παροχή αδειών σε τουριστικές περιοχές και όχι σε άσχετα σημεία ανά την επικράτεια για την ικανοποίηση πολιτικών εξυπηρετήσεων όπως στο παρελθόν.

Δημοσιεύθηκε στην «κυριακάτικη δημοκρατία»

Ο θρίαμβος του λαϊκισμού

Food-engineering-degree-could-revolutionise-industry

Είχα ασχοληθεί και στο παρελθόν με τις διάφορες «αγωνιστικές» κινητοποιήσεις κατά ξένων επιχειρήσεων που διαθέτουν μονάδες παραγωγής στην Ελλάδα οι οποίες αποτελούν εύκολο στόχο διαφόρων. Ως ένα από τα θύματα του κύματος καθυστερήσεων πληρωμών, που δεν φαίνεται να απασχολεί κάποιον στην κυβέρνηση, βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα την επιστολή που μου έστειλε ένας αναγνώστης και τη δημοσιεύω (μαζί με τις σχετική εισαγωγή για να ευλογάμε τα γένια μας!). Νομίζω πως εξηγεί γιατί πρέπει να σκεφτόμαστε δύο φορές πριν βάλουμε στο στόχαστρο τις ξένες επιχειρήσεις με παραγωγική δραστηριότητα στην Ελλάδα. Ενας από τους λόγους είναι και το ότι αποτελούν εργοδότες συνεπείς στην καταβολή μισθών.

Η επιστολή

Αγαπητέ κύριε Κόλλια,

Διαβάζω το μπλογκ σας και τα άρθρα σας, που ξεφεύγουν από τις ευκολομάσητες αναλύσεις και κινούνται κόντρα στο θρίαμβο που έχει πετύχει ο λαϊκισμός. Αν δεν είναι έξω από τις αρχές σας, θα σας παρακαλούσα να φιλοξενήσετε με τη μορφή της επιστολής στο μπογκ σας, το παρακάτω σημείωμά μου

Ευχαριστώ εκ των προτέρων

Ν.Κ

Εργαζόμενος στη βιομηχανία

‘Μισθός 300 ευρώ’ και η αλήθεια που πονάει

Κατά καιρούς εμφανίζεται ένα κύμα δημοσιεύσεων σε επαρχιακά κυρίως sites και μπλογκς, που αναφέρεται σε ένα άρθρο του Βήματος του 2013, που είχε ένα ρεπορτάζ με τίτλο ‘Οι 11 πολυεθνικές που ζητούν να πέσουν οι μισθοί στα 300 ευρώ’. (Δείτε σε αυτό το λινκ ένα από αυτά τα άρθρα).

Δεν με απασχολεί τόσο που τόχαν διαψεύσει τότε όλες οι εταιρείες που αναφέρονται, οι οποίες κατά το ΒΗΜΑ , είχαν υποβάλει το αίτημα σε συνάντηση με τον τότε Υπουργό Χατζηδάκη. Όλοι που είχαν πάρει μέρος σε εκείνη τη συνάντηση το είχαν διαψεύει, αλλά αυτό δεν εμποδίζει κάθε 3-4 μήνες, ακόμα και αν έχουν περάσει 2,5 χρόνια, να εμφανίζει ένα νέο κύμα αναδημοσίευσης εκείνου του αστήριχτου άρθρου.

Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι το πάθημα ενός πολύ στενού συγγενικού μου προσώπου. Δούλευε σε μια από αυτές τις πολυεθνικές που κατά τα δημοσιεύματα, είχαν ζητήσει να κατέβουν οι μισθοί στα 300 ευρώ και παρότι ανειδίκευτη εργαζόμενη έπαιρνε πολύ περισσότερα, δηλ μεγαλύτερο μισθό απότι έλεγε ο νόμος. Έκανε μετά την επιλογή το 2013 να φύγει από την πολυεθνική και να πάει να εργαστεί σε μια μικρότερη εταιρεία που της έδινε 50 ευρώ παραπάνω το μήνα. Σε λίγο καιρό όμως άρχισε η εταιρεία αυτή να καθυστερεί τις πληρωμές και να της ζητάει να δουλεύει πολλές υπερωρίες, χωρίς να τις πληρώνεται. Μετά λίγο καιρό την απέλυσε, χωρίς να της καταβάλει ποτέ την αποζημίωση. Είναι στα δικαστήρια και θα δούμε πότε θα βρει άκρη.

Μετά από αυτό, η ανάγκη την οδήγησε να πιάσει μια ευκαιριακή δουλειά, όπου παίρνει 300 ευρώ, με εργασιακές συνθήκες που δεν μπορώ να περιγράψω.

Με δύο λόγια θέλω να πω ότι είναι πολύ επιφανειακή και επικίνδυνη η μόδα να χτυπάμε τις ξένες εταιρείες που έχουν εργοστάσια στην Ελλάδα. Οι μεγάλες εταιρείες, ειδικά οι ξένες, είναι πάντοτε τυπικές και δεν διανοούνται να παραβιάσουν την εργατική νομοθεσία, γιατί αυτό θα τους κάνει ζημιά.  Όποιοι έχουμε δουλέψει σε τέτοιες επιχειρήσεις γνωρίζουμε ότι αποφεύγουν να προκαλούν με αιτήματα για μείωση αμοιβών που θα ξεσηκώσουν τον κόσμο, θα κάνουν κακό στη φήμη τους και θα απομακρύνουν τους καταναλωτές.

Δεν είμαι φίλος των πολυεθνικών, ούτε πολιτικά ούτε σαν εργαζόμενος. Αντίθετα είμαι φανατικά υπέρ του να ελέγχονται αυστηρά για το πώς φορολογούνται και τη συνέπειά τους στο να κάνουν επενδύσεις στην Ελλάδα. Είμαι μέλος σωματείου πολυεθνικής και στηρίζω τη διοίκησή του, όταν διεκδικεί καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας.

Θεωρώ όμως πολύ επικίνδυνη την ευκολία που έχουν πολλά ενημερωτικά σάιτς, που κάνουν επιθέσεις στις εταιρείες αυτές με πληροφορίες που δεν στέκουν. Τέτοιες επιθέσεις δημιουργούν κλίμα που μπορεί να σπρώξει κάποιες από αυτές να περιορίσουν τις παραγωγικές δραστηριότητες τους στην Ελλάδα ή εμποδίζει άλλες να χτίσουν καινούργια εργοστάσια.

Θάθελα και εγώ ιδανικά να έχουν όλα τα εργοστάσια έλληνες ιδιοκτήτες. Όποιος όμως έχει δουλέψει έστω και ένα μήνα στη βιομηχανία ξέρει πως αυτό είναι εξωπραγματικό. Πολλοί Ελληνες επιχειρηματίες πήραν την απόφαση να πουλήσουν τις εταιρείες τους. Επειδή θέλω να μειωθεί η ανεργία και όσοι βρίσκουν δουλειά να αντιμετωπίζουν αξιοπρεπείς εργασιακές συνθήκες, θεωρώ ότι πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στην κριτική που κάνουμε στις πολυεθνικές που έχουν εργοστάσια στην Ελλάδα. Μας αρέσει, δεν μας αρέσει είναι οι εργοδότες που θα προτιμούσαν αρκετοί Έλληνες που ψάχνουν για μια αξιοπρεπή δουλειά, με προοπτικές σταθερότητας και με μέγεθος που μπορεί να αξιοποιήσει τους τόσους πολλούς πτυχιούχους και έμπειρους εργαζόμενους που έχουν βρεθεί χωρίς απασχόληση.

Αυτό το email έλαβαν οι υπάλληλοι κρατικής υπηρεσίας χθες

«Η αυτοί ή Εμείς» αναφέρει η επιστολή που έλαβαν χθες οι υπάλληλοι μιας κρατικής υπηρεσίας. Δεν γνωρίζω τον αποστολέα, υποθέτω πως είναι μία συνδικαλιστική παράταξη:

Subject: Αυτή είναι η πρόταση των δανειστών που κανάλια και αντιπολίτευση ισχυρίζονται ότι αποσύρθηκε -Tο ΟΧΙ της Αξιοπρέπειας, της Δημοκρατίας, της ΖΩΗΣ – Σήμερα στις 7.30 μ.μ. στο Σύνταγμα
Importance: High

Συνάδελφοι,

Σας προωθούμε τον ηλεκτρονικό σύνδεσμο της εφημερίδας Αυγή www.avgi.gr προκειμένου να ενημερωθείτε για το περιεχόμενο της πρότασης των δανειστών που κανάλια και αντιπολίτευση ισχυρίζονται ότι αποσύρθηκε καθώς επίσης και τον ηλεκτρονικό σύνδεσμο https://left.gr/news/ohi-tis-axioprepeias-tis-dimokratias-tis-zois-deytera-730-mm-sto-syntagma στον οποίο μεταξύ άλλων θεμάτων αναρτάται και το κάλεσμα προς τον ελληνικό λαό για την συμμετοχή του στην σημερινή μεγάλη συγκέντρωση στις 7.30 μ.μ. στο Σύνταγμα με το σύνθημα «Να τους σταματήσουμε με το ΟΧΙ της Αξιοπρέπειας – της Δημοκρατίας – της Ζωής».

Καλούμε όσους είναι αποφασισμένοι και περήφανοι συνεχιστές των ιστορικών αγώνων του Έθνους μας να συμμετέχουν στην σημερινή συγκέντρωση για να δηλώσουν το «Όχι» ……που σημάνει ότι η Ελλάδα είναι μια κυρίαρχη χώρα, ο λαός της μπορεί να αποφασίζει για το μέλλον του, να αμφισβητήσει τη λιτότητα και να επιλέξει ένα διαφορετικό δρόμο. Με το περήφανο «Όχι» ο ελληνικός λαός θα ισχυροποιήσει τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη. Με το περήφανο «Όχι» ο ελληνικός λαός θα δώσει φωνή σε όλους τους λαούς της Ευρώπης……..

Όπως τότε, που ο Γέρος του Μοριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, βλέποντας τις θυσίες και τους αγώνες των Ελλήνων, να πηγαίνουν χαμένοι, από την μάστιγα των «προσκυνημένων» (στα απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης μάλιστα σημειώνει χαρακτηριστικά: «Μόνον εις τον καιρόν του προσκυνήματος εφοβήθηκα διά την πατρίδα μου»), αντέτεινε το ιστορικό «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους!» και «ξαναζωντάνεψε» την ετοιμοθάνατη Επανάσταση.

Αυτές τις κρίσιμες ώρες να τους σταματήσουμε με το μεγάλο ΟΧΙ του λαού μας.

ή αυτοί ή εμείς»

Η ιρλανδική έκθεση για το χρέος

Θα βοηθήσει ώστε να καταλάβουμε τις διαφορές ανάμεσα σε Ελλάδα και Ιρλανδία.

IRISH DEBT

Και εδώ η στρατηγική ανάπτυξης της Ιρλανδίας μέχρι το 2020, ένα άλλο κείμενο που θα βοηθήσει.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ ΓΙΑ Τ ΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 2020

Ξέρω, θα μου πείτε πως η Ιρλανδία είναι «φορολογικός παράδεισος», κλπ.

Αλλά αν υπάρχει χρόνος διαβάστε τα δύο κείμενα.

Μια ιστορία «νομισματικής μεταρρύθμισης»

Σχεδόν δύο χρόνια μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ο Στάλιν, έπειτα από σχεδιασμό μηνών, προχώρησε στη λεγόμενη «νομισματική μεταρρύθμιση» και στην υποτιθέμενη κατάργηση των γνωστών κουπονιών για αγορά προϊόντων, σχέδιο που κόστισε δισεκατομμύρια ρούβλια στον ήδη γονατισμένο από τον πόλεμο σοβιετικό λαό. Μέσα σε μια νύχτα, μεταξύ 14 και 15 Δεκεμβρίου 1947, οι πολίτες της ΕΣΣΔ έχασαν αρκετά λεφτά αφού για κάθε δέκα παλαιά ρούβλια που κατείχαν πήραν ένα νέο ρούβλι.

Η απόφαση για την ανταλλαγή είχε ληφθεί μία ημέρα νωρίτερα, στις 13 Δεκεμβρίου του 1947, από το Πολίτμπιρο, το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Προέβλεπε ένα περισσότερο πολύπλοκο σύστημα για τις καταθέσεις: Οσοι είχαν στην τράπεζα λιγότερα από 3.000 ρούβλια δεν θα έχαναν τίποτα. Οσοι είχαν καταθέσει από 3.000 έως 10.000 ρούβλια πήραν δύο νέα ρούβλια για κάθε τρία παλαιά. Για καταθέσεις άνω των 10.000 ευρώ η σχέση ανταλλαγής ήταν ένα νέο ρούβλι για κάθε δύο παλαιά.

Η απόφαση του Πολίτμπιρο είχε μια πολύ μεγάλη εισαγωγή στην οποία υποτίθεται πως εξηγούσε τους λόγους της «νομισματικής μεταρύθμισης». Στόχος ήταν, όπως αναφέρονταν, να πληγούν «κερδοσκοπικά στοιχεία τα οποία έχουν συσσωρεύσει μεγάλο πλούτο». Επρόκειτο φυσικά για ψέμα ολκής, όπως αναφέρει και ο ιστορικός Oleg V. Khlevniuk στην τελευταία βιογραφία του Στάλιν, αφού οι εύποροι της Σοβιετικής Ενωσης ήταν σε θέση να μετατρέψουν τα ρούβλια σε άλλες μορφές επένδυσης ώστε να αποφύγουν το «κούρεμα». Ιδιαίτερη αναφορά γίνονταν και στις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν «τα λαϊκά στρώματα» στις καπιταλιστικές χώρες του πλανήτη. Ο ίδιος ο Στάλιν είχε παρέμβει στο τελικό κείμενο της απόφασης για να προσθέσει πως επρόκειτο για «την τελευταία θυσία» του Σοβιετικού λαού.

Για να γίνει η ανταλλαγή παλαιών με νέα ρούβλια είχε προηγηθεί προετοιμασία μηνών, υπό άκρα μυστικότητα. Για παράδειγμα, τα νέα χαρτονομίσματα και κέρματα αφού τυπώθηκαν δεν διανεμήθηκαν σε καταστήματα της Gosbank αλλά σε ειδικές αποθήκες που είχαν δημιουργηθεί σε ολόκληρη τη Σοβιετική Ενωση. Όταν ήρθε η ώρα της ανταλλαγής, παράλληλα με τα υποκαταστήματα της Gosbank λειτούργησαν και 46.000 ανταλλακτήρια στα οποία εργάστηκαν 170.000 άνθρωποι, σύμφωνα με τον Khlevniuk.
Όμως η μυστικότητα δεν ήταν αρκετή για να διατηρήσει την ψυχραιμία μεταξύ του πληθυσμού. Οι φήμες φούντωσαν όταν οι μισθοί και οι συντάξεις για το δεύτερο 15θημερο του Νοεμβρίου καταβλήθηκαν νωρίτερα. Χωρίς να γνωρίζουν λεπτομέρειες του σχεδίου οι πολίτες άρχισαν να μετατρέπουν τα ρούβλια σε αγορές καταναλωτικών προϊόντων, κοσμημάτων ή άλλων πολυτελών ειδών με αξία μεταπώλησης.

Στις 29 Νοεμβρίου ο υπουργός Εσωτερικών Υποθέσεων Sergei Kruglov ενημέρωσε τον Στάλιν πως οι καταναλωτές στριμώχνονταν στα καταστήματα για να αγοράσουν πράγματα και στις τράπεζες για να σηκώσουν τα λεφτά τους. Τα ράφια άρχισαν να αδειάζουν ενώ ακόμα και αντικείμενα που μέχρι πρόσφατα δεν είχαν ζήτηση άρχισαν να πωλούνται. Σύντομα ήταν δύσκολο να βρεις έπιπλα, ενώ οι καταναλωτές αγόραζαν γούνες, ρολόγια, χρυσαφικά, πιάνα, κλπ. Την επόμενη ημέρα ο Kruglov ενημέρωσε τον Στάλιν πως εκατοντάδες πολίτες είχαν συγκεντρωθεί έξω από τα καταστήματα της Μόσχας από νωρίς το πρωί.

Κάτοικοι από γειτονικές περιοχές εφορμούσαν στα τραπεζικά υποκαταστήματα με τις ουρές να πλησιάζουν τους 500 ανθρώπους. Ηδη τα περισσότερα καταστήματα είχαν κλείσει με το επιχείρημα της εξάντλησης των αποθεμάτων ή της ανακαίνισης (!) ενώ όσα παρέμεναν ανοικτά είχαν κρύψει π.χ. τα χρυσαφικά. Ορισμένα είχαν κλείσει επειδή πράγματι δεν είχαν πλέον τι να πωλήσουν.

Στις 2 Δεκεμβρίου η κατάσταση δεν είχε αλλάξει. Απλώς οι πολίτες, που δε μπορούσαν να βρουν καταναλωτικά προϊόντα, είχαν πλέον στραφεί στα μουσικά όργανα, κλπ. Κατάστημα που πωλούσε έξι πιάνα το χρόνο είδε να αγοράζονται 11 μέσα σε δύο ημέρες! Η έλλειψη βιομηχανικών προϊόντων έστρεψε τους Σοβιετικούς προς την αγορά τροφίμων μακράς διαρκείας όπως λουκάνικα, κονσέρβες, καραμέλες, ζάχαρη και τσάι. Αμέσως εκδόθηκε εντολή ώστε να φύγουν από τα ράφια τα συγκεκριμένα προϊόντα! Τα εστιατόρια ήταν γεμάτα από πελάτες που ήθελαν να δαπανήσουν τα ρούβλια τους τα οποία σύντομα θα είχαν ούτως ή άλλως ελάχιστη αξία.

Το ενδιαφέρον, γράφει ο Khlevniuk, ήταν το γεγονός πως οι Αρχές δεν προχώρησαν σε αυστηρά αστυνομικά μέτρα για τον περιορισμό του φαινομένου. Από τις αρχές Δεκεμβρίου είχε παρατηρηθεί αύξηση των μικροκαταθέσεων καθώς οι πολίτες μοίραζαν τα λεφτά τους σε λογαριασμούς με μικρότερα ποσά ώστε να μη χάσουν από τη σχέση ανταλλαγής (ή να χάσουν τα λιγότερα).

Όταν στις 2 Ιανουαρίου 1948 ο Στάλιν έλαβε την έκθεση για το αποτέλεσμα της «νομισματικής μεταρρύθμισης» αναφέρονταν πως από τα 59 δισ. ρούβλια που βρίσκονταν σε κυκλοφορία, τώρα είχαν μείνει μόλις τέσσερα. Οι καταθέσεις σε αποταμιευτικούς λογαριασμούς είχαν περιοριστεί από 18,6 σε 15 δισεκατομμύρια. Η μείωση των τιμών ακόμα και σε προϊόντα πρώτης ανάγκης δεν ακολούθησε τη σχέση ανταλλαγής στο ρούβλι. Η υποχώρηση περιορίστηκε 83% της προηγούμενης τιμής (όταν η σχέση ανταλλαγής ήταν ένα νέο ρούβλι για δέκα παλαιά) με την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών να έχει στην ουσία εξανεμιστεί.

Στην ίδια βιογραφία του Στάλιν περιλαμβάνεται και ένα γράμμα από ρωσική πόλη, μετά τη «νομισματική μεταρρύθμιση», σύμφωνα με το οποίο: «Σήμερα είναι η έκτη ημέρα στη σειρά που η γυναίκα μου περίμενε στην ουρά για ψωμί από τις δύο το πρωί μέχρι τις δέκα, αλλά, δυστυχώς, και τις έξι ημέρες γύρισε στο σπίτι χωρίς ψωμί».

Μπίμπας: Η εταιρεία λαϊκής βάσης με το αεροπλανικό

ΜΠΙΜΠΑΣ1

Η έρευνα προχώρησε από τον Οκτώβριο του 2012 που είχα γράψει το πρώτο ρεπορτάζ για το μεγάλο κόλπο

Δύο – τρία πράγματα που έμαθα για τη φορολογία

«Ruling is about staying in power, not about good governance. To this end, leaders buy support by rewarding their essential backers relative to others. Taxation plays a dual role in generating this kind of loyalty. First it provides leaders with the resources to enrich their most essential supporters. Second, it reduces the welfare of those outside of the coalition. Taxation, especially in small-coalition settings, redistributes from those outside the coalition (the poor) to those inside the coalition (the rich). Small coalition systems amply demonstrate this principle, for these are places where people are rich precisely because they are in the winning coalition, and others are poor because they are not. Phillip Chiyangwa, a protégé of Robert Mugabe in Zimbabwe, has stated it bluntly, “I am rich because I belong to Zanu-PF [Mugabe’s ruling party].”2 When the coalition changes, so does who is rich and who is poor.

«A heavy tax burden emphasizes the differences between being rich and poor—in or out of the coalition. At the same time, the resulting revenues fund spoils for the lucky few, leaving little for everyone else. Further, the misery such heavy taxes inflict on the general population makes participation in the coalition even more valuable. Fearing exclusion and poverty under an alternative leadership, supporters are all the more fiercely loyal. They will do anything to keep what they have and keep on collecting goodies. Gerard Padró i Miguel of the London School of Economics has shown that the leaders of numerous African nations tax “too” highly (that is, beyond the maximum revenue point) and then turn around and provide subsidies to chosen groups. This may be economic madness, but it is also political genius.4»

«The relationship between regime type and taxation can be seen in the recent history of Mexico. Mexico’s first free election came in 1994, and the incumbent party, the Partido Revolucionario Institucional (PRI), lost nationally for the first time in 2000. As can be seen in Figure 4.1, onset of competitive elections (and of democratization) marks the start of the decline in government revenue as a percentage of gross domestic product (GDP). As the size of the winning coalition enlarged, Mexico’s tax rates followed suit by declining, just as they should when politicians need to curry favor with many instead of a few. For instance, the highest marginal tax rate in Mexico in 1979, with the PRI firmly in control, was 55 percent. As the PRI’s one-party rule declined, so did tax rates. By 2000, marking the first truly free, competitive presidential election, Mexico’s highest tax rate was 40 percent.5

«the comparison of average tax rates is misleading.
At the income levels taxed in much of the world’s poor autocracies, the tax rate in Europe and the United States is zero. We have to compare taxes at given income levels, not across the board, since most income tax systems are designed to be progressive, taxing higher incomes at higher rates than lower incomes. By looking at how much tax has to be paid at a given income level across countries we get close to comparing apples to apples and oranges to oranges. In the United States, for example, a couple with one child and an income under about $32,400 pays no income tax. If their income were, say, $20,000 they would receive $1,000 from the federal government to help support their child. In China, a family with an income of $32,400 is expected to pay about $6,725 in income tax.6 Further, even when nominal rates are low, autocracies have high implicit taxes—if you have something valuable then it simply gets taken.7 It’s worth remembering that the wealthiest man in China and the wealthiest man in Russia are both currently in prison.»

«good governance dictates that taxes should only be taken to pay for things that the market is poor at providing, such as national defense and large infrastructure projects. Taking relatively little in taxes therefore encourages the people to lead more productive lives, creating a bigger pie. Democrats are closer to this good governance ideal than autocrats, but they too overtax. The centerpiece of Reaganomics, the economic plan of US president Ronald Reagan (1981–1989), was that US taxes were actually higher than this revenue maximizing level. By reducing taxes, he argued, people would do so much extra work that government revenue would actually go up. That is, a smaller share of a bigger pie would be larger than the bigger share of a smaller pie. Such a win-win policy proved popular, which is why similar appeals are again in vogue. Of course, it did not quite work out this way in fact.

To a certain extent, Reagan was right: lower taxes encouraged people to work and so the pie grew. However, crucially, in democracies it is the coalition’s willingness to bear taxes that is the true constraint on the tax level. Since taxes had not been so high as to squash entrepreneurial zeal in the first place, there wasn’t much appreciable change as a result of Reagan’s tax cuts. The pie grew a little, but not by so much that revenues went up.

Today, the Tea Party wing of the Republican Party seeks to reenact tax-cutting policies similar to Reagan’s. Like him, they argue that tax cuts will grow the economy. The lesson from the Tea Party movement’s electoral success in 2010 is that people don’t like paying taxes. Politician who raise or even maintain current taxes are politically vulnerable, but then so too are politicians who fail to deliver the policies their coalition wants. Herein lies the rub. It may well be that cutting taxes, while increasing the size of the economic pie, fails to make it big enough to generate both more wealth and more effective government policies. The question is and always must be the degree to which the private sector’s efficient but unequal distribution of wealth trumps government’s more equitable, less efficient, but popular economic programs.»

«The Dictator’s Handbook: Why Bad Behavior is Almost Always Good Politics.»