Οι “πεφωτισμένοι”, τα “γίδια” και τα ΜΜΕ

media-newspaper

Οσοι είναι άνω των 40 ετών θα θυμούνται την εποχή που επιφανείς εκπρόσωποι των «πεφωτισμένων – ευρωπαϊστών” ή των «φανατικών του ΣΥΡΙΖΑ”, στα σημερινά κοινωνικά δίκτυα και γενικότερα στη δημόσια σφαίρα, πανηγύριζαν για τη «φούσκα” της Σοφοκλέους και την κοινωνικοποίηση της μίζας την περίοδο του «εκσυγχρονισμού”. Τότε που κατακεραύνωναν όσους τολμούσαν να υποστηρίξουν πως η Κλωνατέξ δε μπορεί να αγοράσει τη Benetton, ούτε η ΑΤΤΙΚΑΤ την Ολυμπιακή.

Θα θυμούνται και τα «αντικειμενικά” εξώφυλλα του έγκυρου διεθνούς Τύπου με την εταιρεία διαχείρισης ενέργειας Enron, μία από τις μεγαλύτερες απάτες στην ιστορία. Αν, μάλιστα, έχουν περάσει έστω και λίγες εβδομάδες από κάποιο Μέσο Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ) γνωρίζουν από πόσες κρησάρες, μέσω ποιων «επισπεύδοντων”, για πόση διαφήμιση, φτάνουν στον αναγνώστη ή τον ακροατή αρκετά θέματα.

Γι’ αυτό και δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν τη μονότονη, μονομερή και τελικά μη εποικοδομητική συζήτηση που γίνεται στη χώρα μας για τα αίτια της κρίσης, τα μέτρα αντιμετώπισής της, τις δυνατότητες / επιδιώξεις της πολιτικής μας τάξης και τα περιθώρια κινήσεων σε αυτό το διεθνές περιβάλλον. Πρόκειται για τέσσερα διαφορετικά επίπεδα συζήτησης τα οποία ενίοτε στη χώρα μας συμπιέζονται σε ένα επίπεδο. «Φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ” λέει η μία πλευρά, «Φταίει ο Σόιμπλε” λέει η άλλη. Μεταξύ των δύο άκρων στοιβάζονται δύο ντουζίνες θεωρίες συνωμοσίας με αποτέλεσμα να χάνονται οι όποιες νηφάλιες απόψεις προσπαθούν να επιπλεύσουν στα απανωτά κύματα πληροφοριών που φτάνουν καθημερινά στους πολίτες.

Μάλιστα, εξαιτίας της συνεχούς απαξίωσης και των λουκέτων στον ημερήσιο Τύπο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που έχουν κάνει σημαία τις ανταποκρίσεις διεθνών πρακτορείων και ξένων εφημερίδων. Υποτίθεται πως διακρίνονται από την αμεροληψία και την αντικειμενικότητα που δεν διαθέτουν οι Έλληνες δημοσιογράφοι. Πως είναι αποτέλεσμα έρευνας που αδυνατούν να κάνουν οι (ενίοτε απλήρωτοι επί μήνες) συντάκτες των ελληνικών ΜΜΕ. Πως βασίζονται μόνο σε αγνά, παρθένα, γεγονότα (facts) και αριθμούς. Και ας είναι τα περισσότερα το ίδιο πρόχειρα, βουτηγμένα στις ίδιες προκαταλήψεις και στην πολιτική ορθότητα, με την οποία πασαλείβουν πολλοί ντόπιοι τα δικά τους κείμενα.

Το μονοπώλιο προπαγάνδας και πολιτικής κινητοποίησης

Αρκετοί από αυτούς που σκούζουν καθημερινά στα κοινωνικά δίκτυα για τον «καταστροφικό ρόλο” του «Αλέξη” ή του «Κούλη” απαιτούν από τους Ελληνες δημοσιογράφους να είναι αδιάφοροι και απαθείς παρατηρητές της συνεχούς βύθισης της χώρας. Να παρατηρούν και να καταγράφουν, χωρίς να νιώθουν τίποτα για την τραγωδία της Ελλάδας. Αν τολμήσουν, δε, να εκφράσουν διαφορετική άποψη, χωρίς το περιτύλιγμα από τα πολιτικά ορθά «facts”, είναι ανάξιοι εμπιστοσύνης.

Αποθεώνονται μόνο όσοι δημοσιογράφοι, μέσω της αρθρογραφίας τους, κουνούν συνεχώς το δάκτυλο στα οπισθοδρομικά «γίδια” που δε λένε να καταλάβουν τι σημαίνει Ευρώπη και Δυτικός πολιτισμός. Και ας είναι αρκετοί από αυτούς τους αρθρογράφους τα ύψιστα σύμβολα της οικογενειοκρατίας και του κομματισμού που βούλιαξε τη χώρα. Οι ίδιοι άνθρωποι που έκλειναν επί δεκαετίες τα μάτια σε κάθε έφοδο στα κρατικά ταμεία, μέχρι που άδειασαν.

Αποθεώνονται, επίσης, όσοι γράφουν πύρινα κείμενα κατά του «αιμοσταγούς Σόιμπλε”, του ΔΝΤ και των Ευρωπαίων δανειστών λες και δεν έχουν ακούσει για τη νεοελληνική φαυλοκρατία που μας οδήγησε στο γκρεμό. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που απαξιώνουν κάθε ιδιωτική πρωτοβουλία, που φροντίζουν να σπείρουν καχυποψία για όποιον έχει καταφέρει κάτι σημαντικό – από τον πολιτισμό μέχρι τις επιχειρήσεις – χωρίς να περάσει από τα κομματικά γραφεία.

Κάποιοι από αυτούς τους αρθρογράφους, ειδικά ορισμένα πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ, είχαν σχεδόν πάντοτε και μία – δύο κρατικές αργομισθίες. Ο ιδιωτικός τομέας των ΜΜΕ ήταν η τρίτη τους δουλειά και γι’ αυτό σκούζουν πως αυτοί “δεν έσκυψαν ποτέ το κεφάλι”! Δεν είχαν όλοι οι δημοσιογράφοι, βέβαια, το προνόμιο του κρατικού μισθάκου ώστε να κάνουν «την επανάστασή τους”!

Οι «πεφωτισμένοι” της μίας πλευράς και οι «φανατικοί” της άλλης καταχεριάζουν όσους τολμήσουν να κινηθούν στη νεκρή ζώνη που χωρίζει τα δύο στρατόπεδα. Διατηρούν το δικαίωμα της προπαγάνδας ή / και των πολιτικών πρωτοβουλιών για τους εαυτούς τους και ζητούν από τους δημοσιογράφους (και τα ΜΜΕ) να είναι «αντικειμενικοί”, «αμερόληπτοι” και να απλώς να αναμεταδίδουν «τις ειδήσεις”.

«Οι ειδήσεις και η αλήθεια είναι δύο διαφορετικά πράγματα” έχει γράψει ο αμερικανός θεωρητικός της επικοινωνίας και δημοσιογράφος James W. Carey. Οι ειδήσεις «είναι ένα σήμα πως κάτι συμβαίνει” και προσφέρουν «μισοεμφανισμένες φωτογραφίες ή μία ψευδο-πραγματικότητα στερεοτύπων”. Κατά τον Carey, «το διαζύγιο της αλήθειας από το διάλογο και τη δράση” ήταν αυτό που φούντωσε την προπαγάνδα και στέρησε από τους πολίτες ένα στήριγμα στον ταραγμένο κόσμο μας.

Γι’ αυτό ούτε οι δημοσιογράφοι, ούτε τα ΜΜΕ πρέπει να περιοριστούν στο ρόλο των παθητικών παρατηρητών, αλλά των σπινθήρων που θα φουντώνουν τη συζήτηση και θα κινητοποιούν τους πολίτες. Το προνόμιο της προπαγάνδας έχει παραχωρηθεί στον κυβερνητικό μηχανισμό και στα «ηχεία” των κοινωνικών δικτύων με τα τελευταία να εγκαλούν ενίοτε τους δημοσιογράφους χωρίς να γνωρίζουν τις απίστευτες εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις που δέχονται. Πιέσεις που δεν φτάνουν ποτέ μέχρι τους αναγνώστες ή τους ακροατές. Γι’ αυτό όσοι εδώ και δεκαετίες αμφισβητούσαν το ελληνικό success story των δανεικών, της υφαρπαγής κοινοτικών κονδυλίων και των διορισμών, δεν έκαναν και μεγάλη καριέρα.

Τώρα που τα κοινωνικά δίκτυα, μέσω της σύγχυσης μεταξύ γνώμης και γεγονότων, αποστερούν από τους πολίτες τα εργαλεία πολιτισμένου διαλόγου και κριτικής σκέψης, οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ μπορούν να συμβάλλουν ώστε να υπάρξει ουσιαστική συζήτηση. Όχι, βέβαια, οι μουτζαχεντίν της μιας ή της άλλης πλευράς που διαγκωνίζονται σήμερα, με συνθήματα «για το μυαλό του πεντάχρονου”, στη δημόσια σφαίρα, ενώ η χώρα βουλιάζει.

Συγχώρεση, όχι αμνησία

Και οι δύο πλευρές αξιοποιούν την γνωστή ιστορική αμνησία που μας χαρακτηρίζει Κάνουν ό,τι μπορούν ώστε να ξεχάσουμε πως φτάσαμε μέχρι εδώ. Όμως πρέπει να γράφουμε και να ξαναγράφουμε για τις πολιτικές και επιχειρηματικές οικογένειες που βούλιαξαν τη χώρα, αρκετές από τις οποίες διεκδικούν ρόλο στο νέο σκηνικό. Ορισμένες, μάλιστα, κάνουν ό,τι μπορούν ώστε να μείνουμε έναν αιώνα πίσω για να συνεχίσουν το άρμεγμα. Η λογική επιβάλλει στα ΜΜΕ και στους πολίτες να συγχωρήσουν, γιατί όλοι έχουν ρόλο στην προσπάθεια ανάταξης της κοινωνίας και της οικονομίας. Κανένας δεν περισσεύει. Αρκεί να μην κουνούν το δάκτυλο σε όσους σηκώνουν τα τελευταία χρόνια τα περισσότερα βάρη. Αρκεί να μην είναι καθεστώς η ατιμωρησία.

Γι’ αυτό και πρέπει να υπενθυμίζουμε στην πολιτική μας τάξη πως εξακολουθεί να συντηρεί τους ανάπηρους θεσμούς ώστε να πέφτουν οι παχυλοί κρατικοί μισθοί στους κομματικούς στρατούς. Στη Δικαιοσύνη πως χιλιάδες «επείγουσες έρευνες” έχουν άγνωστη κατάληξη. Να παρουσιάζουμε την παγκόσμια συζήτηση για τον φόβο της αιώνιας λιτότητας, και τις σοβαρές εναλλακτικές προτάσεις, ακόμα και αν αφορούν την αλλαγή νομίσματος ή κάποια άλλα από τα Ιερά Δισκοπότηρα των «πεφωτισμένων”. Αρκεί τα επιχειρήματα να είναι εξίσου σοβαρά και τα ερωτήματα εξίσου στοιχειοθετημένα με τα αντίστοιχα της άλλης πλευράς. Από φαιδρές απόψεις περί ισοτιμίας ένα προς ένα με μια εγκύκλιο, περί «πρόσκαιρων δυσκολιών”, κλπ, χορτάσαμε.

Τα εκατομμύρια των ανέργων, η μεσαία τάξη που βλέπει τις καταθέσεις και τις συντάξεις να εξανεμίζονται, οι νέοι που έχουν χάσει κάθε ελπίδα, χρειάζονται ψύχραιμες φωνές εκπροσώπησης και στα ΜΜΕ. Χωρίς τη συνθηματολογία, τις γενικότητες και το αναμάσημα (ενίοτε με τέσσερα – πέντε χρόνια καθυστέρηση) εισαγόμενης πολιτικής ορθότητας.

Κάποιος, κάποια στιγμή, θα το κάνει.

 

%cf%80%ce%bb%ce%b1%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b5%ce%b9%ce%b1-%ce%b5%ce%be%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%b1

Σελίδα από το βιβλίο: «Οι δίκες των δοσιλόγων, 1944 – 1949, του Δημήτρη Κουσουρή, Εκδόσεις Πόλις

Please follow and like us:

Οι κουμπάρες

Σκούζουν οι πολιτικοί μας πως είναι θύματα εκβιασμών, πως τους καταπιέζει η διαπλοκή (έστω και αν μερικοί εξ’ αυτών ανδρώθηκαν πολιτικά με τη στήριξη των συμφερόντων που βούλιαξαν τη χώρα), πως κάποιοι ανώνυμοι βάζουν συνεχώς τρικλοποδιές στο θεάρεστο έργο που θέλουν να επιτελέσουν. Διαμαρτύρονται και σοβαροί επιχειρηματίες πως δε μπορούν να αναπτυχθούν, πως υπάρχουν διαχρονικά προνομιούχοι κρατικοί προμηθευτές και παράγοντες οι οποίοι αποτρέπουν το άνοιγμα αγορών και την προκοπή της χώρας. «Νέστορες» του Κοινοβουλίου φροντίζουν ενίοτε να κατακεραυνώνουν «καναλάρχες», πάντα με γενικόλογους αφορισμούς, και να εμπλουτίζουν τις ομιλίες τους με υπονοούμενα περί του σκοτεινού ρόλου που διαδραματίζει ακόμα και σήμερα η περίφημη διαπλοκή. Ονόματα δε λέει κανείς, υπολήψεις δεν θίγονται!

Επί χρόνια παίζουν όλοι τις κουμπάρες. Αλλά οι πολιτικοί μας βγαίνουν στο κλαρί μόλις κάποιος υπονοήσει πως, ενίοτε χωρίς δόλο ή επειδή τους ξεγέλασαν οι καλοί τους σύμβουλοι, εξυπηρετούν τα άνομα συμφέροντα τα οποία καταγγέλλουν με κάθε ευκαιρία. Πάντα χρησιμοποιούν και τη γνωστή ρήση του Κ. Σημίτη σύμφωνα με την οποία «όποιος έχει στοιχεία, να τα πάει στον εισαγγελέα», διότι σύμφωνα με τον πρώην πρωθυπουργό η δημόσια διοίκηση και η Δικαιοσύνη πρέπει απλώς να κάθονται και να περιμένουν τον άνθρωπο με τα ντοκουμέντα! Οσοι, δε, επισημαίνουν πως κάτι μπορεί να πάει στραβά με την τάδε σύμβαση ή τον δείνα κρατικό προμηθευτή είναι όμηροι συμφερόντων και υπάλληλοι εκβιαστών, σε αντίθεση με τις πάλλευκες περιστέρες που κυβέρνησαν τη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες ή τους επιχειρηματίες που ενθυλάκωσαν τα δισεκατομμύρια των δανεικών που καλούμαστε να πληρώσουμε σήμερα.

Το αστείο της υπόθεσης είναι πως τα δήθεν μόνιμα θύματα της διαπλοκής και των εκβιαστών ουδέποτε κατονομάζουν τους δράστες των εγκλημάτων στα οποία αναφέρονται. Συνήθως, μάλιστα, παρελαύνουν από τα τηλεοπτικά / ραδιοφωνικά στούντιο και τις εφημερίδες όσων καταγγέλλουν με υπονοούμενα. Οι περισσότεροι είναι μόνιμοι πελάτες καθώς τους παρέχεται χρόνος και σελίδες για να προβάλουν το τεράστιο έργο τους. Σε περισσότερο δύσκολη θέση βρίσκονται, όμως, οι επιχειρηματίες οι οποίοι παραπονούνται ανεπισήμως πως οι πολιτικοί νομοθετούν για τους λίγους ολιγάρχες σε βάρος των χιλιάδων υγιών εταιρειών. Αφού κατονομάσουν και καταχεριάσουν ανεπισήμως τους τυχερούς αιώνιους προμηθευτές ή μονίμως ωφελούμενους, σε παρακαλούν να μη γράψεις τίποτα, «μόνο γενικές κουβέντες».

Από το συγκεκριμένο γαϊτανάκι βολεύονται όλοι. Κυρίως οι πολιτικοί οι οποίοι επωφελούνται από την ανύπαρκτη διαφάνεια στη διαχείριση δημοσίων συμβάσεων ώστε να εξυπηρετούν τους φίλους και ταυτόχρονα να τους καταγγέλλουν! Την ίδια στιγμή κατακεραυνώνουν και όσους τολμούν να ψελλίσουν πως κάτι συμβαίνει με την τάδε ή την δείνα σύμβαση εκατομμυρίων επειδή δεν πήγαν κατευθείαν στον εισαγγελέα. Καθήκον των υπουργών είναι να διερευνούν για τον τρόπο αξιοποίησης πολύτιμων κρατικών κονδυλίων και να ζητούν απολογισμό και ευθύνες από όσους συμβάλλουν στην σπατάλη. Αντί να ζητούν στοιχεία από τους πολίτες, ας ερευνήσουν τι πραγματικά συμβαίνει σε πλήθος συμβάσεων που σέρνονται. Από άλλους πρέπει να ζητήσουν το λογαριασμό. Και ας πουν επιτέλους και ποιοι είναι η διαπλοκή και ποιοι οι εκβιαστές που τους ταλαιπωρούν.

Δημοσιεύθηκε στη «δημοκρατία”

Please follow and like us:

Κείμενο απελπισμένου

 

 

Από μια πρόσφατη έρευνα της αμερικανίδας Doris Graber, εκ των γνωστότερων αναλυτών στο χώρο των μέσων ενημέρωσης, προέκυψε ένα συμπέρασμα το οποίο εξηγεί πολλά στο χώρο των ελληνικών και διεθνών media. Η Graber βρήκε πως όταν οι ειδήσεις (των τηλεοπτικών σταθμών, εφημερίδων, κλπ) επικεντρώνονται σε συγκεκριμένα «σοβαρά κοινωνικά προβλήματα» τότε οι άνθρωποι έχουν την τάση να σκέφτονται με ποιον τρόπο θα λυθούν αυτά τα προβλήματα, να συζητούν, κλπ. Αντίθετα, όταν οι ειδήσεις επικεντρώνονται στο πολιτικό παιχνίδι με γενικολογίες (του τύπου «τι εννοούσε ο Ευαγγ. Βενιζέλος…», «τι κρύβει η δήλωση Μέρκελ», κλπ) τότε οι πολίτες είτε δεν αντιδρούν καθόλου, είτε καταλαμβάνονται από αισθήματα παραίτησης, αφού νιώθουν πως η διαμάχη είναι κάτι που δε μπορούν να ελέγξουν.

 

Η έρευνα της Graber, που αναφέρεται στο εξαιρετικό βιβλίο «Informing the News» του καθηγητή του Πανεπιστημίου Χαρβαρντ Thomas Patterson, εξηγεί γιατί τα τηλεοπτικά δελτία έχουν στην ουσία καταργήσει τα ρεπορτάζ για τα καθημερινά προβλήματα των πολιτών, για τις επιπτώσεις της κρίσης σε εκατοντάδες χιλιάδες υποθέσεις. Αντί για έρευνες και ρεπορτάζ των κοινωνικών επιπτώσεων της κρίσης, ο τηλεοπτικός χρόνος γεμίζει με τους «παραθυράκηδες» οι οποίοι, ως νέες Πυθίες, εξηγούν στον απελπισμένο πολίτη «τι εννούσε η Μέρκελ» και γιατί «ο Βενιζέλος καθυστέρησε δέκα λεπτά στο ραντεβού» με κάποιον άλλον επίσημο. Ο απελπισμένος τηλεθεατής απλώς επιλέγει τον πρωθιερέα ή την πρωθιέρεια του γούστου του αφού η θεματολογία είναι σχεδόν η ίδια σε σχεδόν όλα τα τηλεοπτικά κανάλια.

 

Στο ίδιο μοτίβο κινούνται και οι περισσότερες εφημερίδες, με τα νούμερα από τις κυκλοφορίες να αποκαλύπτουν εικόνα πλήρους απαξίωσης και τους δημοσιογράφους να θεωρούνται «ηχεία ανούσιας πολιτικολογίας και παραπληροφόρησης». Πολλοί προφήτες θεωρούν, μάλιστα, δεδομένο το θάνατο του Τύπου, αφού στην εποχή του Διαδικτύου όλοι μπορούν να είναι δημοσιογράφοι και εκδότες. Ολοι επισκεπτόμαστε καθημερινά κάποιες ιστοσελίδες (αρκετές από τις οποίες δηλώνουν «εναλλακτικές» ώστε να διαφοροποιηθούν από τα παραδοσιακά μέσα μαζικής ενημέρωσης) γνωστών ή άγνωστων αναλυτών προκειμένου να ενημερωθούμε. Κάποιοι, μάλιστα, ορκίζονται πως ουδέποτε επισκέπτονται παραδοσιακά μέσα, αλλά ενημερώνονται μόνο από τα «εναλλακτικά». Οι πλέον προχωρημένοι θεωρούν πως σύντομα η «δημοσιογραφία των πολιτών» θα υποκαταστήσει τους παραδοσιακούς δημοσιογράφους.

 

Διαφορετική άποψη έχουν, όμως, έγκυροι παρατηρητές των media, όπως ο Thomas Patterson. Οπως εξηγεί στο βιβλίο του, «για πρώτη φορά έχουμε πρόσβαση σε τόσο μεγάλη ποσότητα πληροφορίας, αλλά ταυτόχρονα για πρώτη φορά έχουμε τόσο μεγάλη ανάγκη από πληροφόρηση που βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία και όχι σε φημολογία και σκοπιμότητες». Προσθέτει πως «η αξιόπιστη πληροφόρηση για την καθημερινότητά μας γίνεται ένα ολοένα και πιο σπάνιο προϊόν και η «δημοσιογραφία των πολιτών» δε μπορεί να μας την παρέχει σε καθημερινή βάση». Ο ίδιος, βέβαια, τονίζει πως για να επιβιώσει η δημοσιογραφία και οι δημοσιογράφοι πρέπει να ξεφύγουν από το σημερινό σπιράλ του θανάτου που δημιουργεί η ακατάσχετη φλυαρία, η πολιτικολογία και η προπαγάνδα. Θα επιβιώσουν όσοι προσφέρουν, μέσω της γνώσης, την καλύτερη προσέγγιση με βάση πραγματικά γεγονότα και περιστατικά και όχι όσοι χαϊδεύουν αυτιά με θεωρίες συνωμοσίας.

 

Κάποιοι πιθανώς θα έχουν ήδη αγανακτήσει διαβάζοντας όσα υποστηρίζει ο Patterson, αλλά μια απλή περιήγηση στο Διαδίκτυο μπορεί να τους πείσει. Η περίφημη μπλογκόσφαιρα είναι κυρίως χώρος ανταλλαγής απόψεων ή υποστήριξης διαφόρων θέσεων / θεωριών και όχι συλλογής πρωτογενών πληροφοριών και έρευνας. Δεν το δείχνουν μόνο οι έρευνες από αμερικανικά και ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, το καταλαβαίνει όποιος περιηγείται καθημερινά στο Διαδίκτυο. Στο ίδιο μοτίβο κινούνται και τα λεγόμενα κοινωνικά δίκτυα (social media) όπως το Facebook και το Twitter. Το έγκυρο αμερικανικό Pew Institute έχει ασχοληθεί επισταμένα με τα social media και οι έρευνές του δείχνουν πως η πλειοψηφία των μηνυμάτων αφορά προσωπικά δεδομένα και πληροφορίες. Μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό αναφέρεται σε κοινωνικά ή πολιτικά ζητήματα.

 

Οσοι αμφισβητούν τη δυνατότητα της «δημοσιογραφίας των πολιτών» να απαντήσει στην ανάγκη των πολιτών για έγκυρη ενημέρωση δε στηρίζουν το σημερινό μοντέλο των «τηλεπαραθύρων», του παραμάγαζου της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, της φημολογίας και του lifestyle. Αναλυτές όπως ο Patterson εξηγούν πως ο σημερινός «θόρυβος» από την ομοβροντία πληροφοριών δεν είναι τυχαίος. Ενίοτε ο «θόρυβος» παράγεται με στόχο να προκαλέσει σύγχυση και να συμβάλλει στην παραπληροφόρηση των πολιτών. Γι’ αυτό και επί σχεδόν έξι χρόνια αδυνατούμε να συμφωνήσουμε στις αιτίες που οδήγησαν στη χρεοκοπία και στην καταστροφή της χώρας. Γι’ αυτό και ενώ βρισκόμαστε στο χείλος του γκρεμού, αδυνατούμε να συμφωνήσουμε σε πρωτοβουλίες για τη διάσωση της Ελλάδας. Τα media παράγουν καθημερινά 5 – 10 εκδοχές της πραγματικότητας και ο καθείς διαλέγει αυτή που τον βολεύει.

 

Η πολυετής απαξίωση των μέσων ενημέρωσης δυσκολεύει πρωτοβουλίες που γίνονται στο χώρο, από ανθρώπους καλών προθέσεων. Ολοι τοποθετούνται στο ίδιο τσουβάλι και πίσω από κάθε αναλυτή αναζητείται ο «διαπλεκόμενος» που τον χρηματοδοτεί. Η κατάσταση χειροτερεύει από τους ανώνυμους «σχολιαστές» των κοινωνικών δικτύων που μπορούν άνετα να σου φορτώσουν και το προπατορικό αμάρτημα χωρίς να μπορείς να αμυνθείς. Αλλά και τους βασιλιάδες του copy / paste τους «επιχειρηματίες” του Διαδικτύου που ζουν παρασιτικά αντιγράφοντας τη δουλειά δημοσιογράφων από εφημερίδες, ενημερωτικά portals ή blogs. Ορισμένοι από αυτούς θεωρούν πως αφού δηλώνουν «aggregators” μπορούν να κλέβουν άνετα τη δουλειά άλλων.

 

Γι’ αυτό, όσοι βιάζονται να καταδικάσουν τα παραδοσιακά μέσα, ας ρίξουν μια δεύτερη ματιά στην καθημερινή σοδειά πληροφόρησης. Οι πρωτογενείς ειδήσεις και οι μεγάλες έρευνες εξακολουθούν να παράγονται από τις εφημερίδες, παρά τη χαμηλή κυκλοφορία και τα πενιχρά διαφημιστικά έσοδα σε σύγκριση με το παρελθόν. Αυτές τις ειδήσεις ή έρευνες ανακυκλώνουν την υπόλοιπη ημέρα τα μπλογκς και τα κοινωνικά δίκτυα. Φυσικά και γίνονται σοβαρές αποκαλύψεις από μεμονωμένους χρήστες ή ομαδικές πρωτοβουλίες στα κοινωνικά δίκτυα. Αποτελούν, όμως, σταγόνα στον ωκεανό.

 

Κόντρα στην άποψη σύμφωνα με την οποία οι πολίτες καταναλώνουν εύπεπτες και σύντομες ειδήσεις, έρευνες στις ΗΠΑ δείχνουν πως μεγαλύτερη επισκεψιμότητα και επιρροή στο κοινό του Διαδικτύου έχουν οι μεγάλες έρευνες και τα εκτενή πρωτογενή ρεπορτάζ για κοινωνικά ζητήματα. Δηλαδή αυτό που κάνουν ακόμα και σήμερα οι εφημερίδες (και οι ενημερωτικές ιστοσελίδες του Διαδικτύου που λειτουργούν με βάση το μοντέλο μιας εφημερίδας), έστω και αν πρέπει να αυξήσουν την ποιότητα και την ποσότητα.

 

 

Please follow and like us: