Και το 2014 θα διατηρήσουμε την πρωτιά στην ανεργία σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ

ΑΝΕΡΓΙΑΑπό τη σημερινή μελέτη του οργανισμού

Please follow and like us:

Ιδιωτικοποιήσεις: Θέλουμε «επενδυτές”, έρχονται μεταπράτες

Τους πρώτους μήνες, η τότε διοίκηση του Ταμείου Ιδιωτικοποιήσεων (ΤΑΙΠΕΔ) ανακοίνωνε με περηφάνια, εν ονόματι της διαφάνειας, το «τεράστιο ενδιαφέρον» διαφόρων επενδυτών για τα περιουσιακά στοιχεία που έβγαζε στο σφυρί. Οσο περνούσε ο καιρός, οι πολίτες διαπιστώνουν πως το «τεράστιο ενδιαφέρον» σημαίνει πως στο τέλος μένει μόνο ένας υποψήφιος ο οποίος και αποκτά χωρίς ανταγωνισμό πολύτιμα ακίνητα του δημοσίου. Επιπλέον, παρά τις βαρύγδουπες ανακοινώσεις περί βελτίωσης του διεθνούς κλίματος απέναντι στη χώρα μας, η ποιότητα των επενδυτών που συμμετέχουν στους διαγωνισμούς του ΤΑΙΠΕΔ μειώνεται. Γι’ αυτό και η σημερινή διοίκηση αποφάσισε να σταματήσει τις ανακοινώσεις με τους ενδιαφερόμενους σε κάθε διαγωνισμό. Ετσι, την Τετάρτη μας πληροφόρησε πως υπήρξαν εννέα υποψήφιοι για το ακίνητο στο Παλιούρι Χαλκιδικής, χωρίς να αναφέρει τα ονόματά τους. Το ίδιο συνέβη και στο διαγωνισμό για τον Αστέρα Βουλιαγμένης με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν καμιά δεκαπενταριά ονόματα υποψηφίων.

Στην περίπτωση του ελληνικού προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων, του μεγαλύτερου στον κόσμο τα τελευταία χρόνια, επιβεβαιώνονται όσοι υποστήριζαν πως αντί για επενδυτές (δηλαδή εταιρείες που θέλουν να αγοράσουν εταιρείες για να τις αναπτύξουν και να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας) θα προσελκύσουμε μεταπράτες. Οι τελευταίοι είναι κυρίως κερδοσκοπικές επενδυτικές εταιρείες οι οποίες προσπαθούν να επωφεληθούν από την κατάντια της Ελλάδας, να αγοράσουν φτηνά τα κρατικά ακίνητα ή τις κρατικές επιχειρήσεις και να τις μοσχοπωλήσουν σε λίγα χρόνια. Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι πως οι δύο τελευταίες κυβερνήσεις δεν έκαναν τίποτα για να αναχαιτίσουν τους μεταπράτες και να πριμοδοτήσουν τους πραγματικούς επενδυτές. Η Ελλάδα, πάντως, δε χρειάζεται μεταπράτες γιατί έχει πληθώρα από ντόπιους. Αυτό που έχει ανάγκη η οικονομία είναι οι επενδύσεις από σοβαρούς διεθνείς ομίλους που έρχονται στη χώρα για να μείνουν, αλλά και από εγχώριους επιχειρηματίες οι οποίοι μέσω της συμμετοχής στο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων δείχνουν πως εμπιστεύονται την πατρίδα τους.

Το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων δείχνει πως το ασταθές περιβάλλον στην Ευρωζώνη δεν ευνοεί την προσπάθεια προσέλκυσης μακροπρόθεσμων επενδυτών. Αντίθετα στους περισσότερους διαγωνισμούς κυριαρχούν οι κερδοσκόποι, όπως συνέβη και στη γαλακτοβιομηχανία «Δωδώνη». Η Ελλάδα δε χρειάζεται άλλους «γύπες», επενδυτές έχει ανάγκη.

Δημοσιεύθηκε σήμερα στην «κυριακάτικη δημοκρατία”

Please follow and like us:

Πόσο γρήγορα ξεχνούν οι Γερμανοί; (2)

Η κοντή μνήμη των Γερμανών δεν τους βοηθά να θυμηθούν πως δεν έχουν περάσει ούτε είκοσι χρόνια από την τελευταία φορά που πλήρωσαν ακριβά την αδιαφορία για τους μηχανισμούς αλληλεγγύης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Ματιέ Πιγκάς, για πολλά χρόνια ανώτατο στέλεχος της τράπεζας Lazard Frères, τους το υπενθυμίζει στο βιβλίο «Επαναστάσεις» στο οποίο αναφέρεται εκτενώς στη δυσάρεστη εμπειρία των Γερμανών το 1992-93 από την κρίση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ). Τότε, η έξοδος της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Βρετανίας από τον ΜΣΙ οδήγησε τη Γερμανία σε βαθιά οικονομική κρίση που χρειάστηκε σχεδόν δέκα χρόνια για να αντιμετωπίσει. Ηταν η περίοδος που οι Γερμανοί παρουσιάζονταν από τον έγκυρο διεθνή Τύπο ως ο «Μεγάλος Ασθενής» της Γηραιάς Ηπείρου και χρειάστηκε το ευρώ για να επιστρέψουν στους ρυθμούς ανάπτυξης του παρελθόντος.

Ο Πιγκάς είναι βέβαια γνωστός για τις ακραίες θέσεις του αφού είχε παρομοιάσει την καγκελάριο Μέρκελ με τον Πάουλ φον Χίντενμπουργκ – τον δεύτερο πρόεδρο της Γερμανίας κατά την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Αρκετοί υποστηρίζουν πως ο Χίντενμπουργκ, με την επιμονή του στη δημοσιονομική πειθαρχεία και τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, άνοιξε τον δρόμο στον Αδόλφο Χίτλερ. Οσα περιγράφει ο Γάλλος τραπεζίτης στο βιβλίο για την κρίση του ΜΣΙ είναι εξόχως διδακτικά. Και για εμάς και για τους Γερμανούς. Τι συνέβη τότε; Οι Ισπανοί, οι Ιταλοί και οι Βρετανοί δεν άντεξαν τις αρνητικές συνέπειες από την αγκίστρωση των νομισμάτων τους στο γερμανικό μάρκο. Οι Γερμανοί, μετά την επανένωση, είχαν ανεβάσει τα επιτόκια για να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό. Το ίδιο αναγκάστηκαν να πράξουν και οι άλλες οικονομίες του ΜΣΙ, αλλά τα επιτόκιά τους ήταν πολύ υψηλά σε σχέση με τις πραγματικές απαιτήσεις των οικονομιών τους. Στην ουσία, πλήρωναν για την επανένωση των δύο Γερμανιών, χωρίς λόγο.

Οι Γερμανοί σφύριζαν αδιάφορα και δεν έκαναν τίποτα και στο τέλος ο ΜΣΙ εξερράγη: Το μάρκο απογειώθηκε και υπερτιμήθηκε κατά σχεδόν 35% σε σχέση με την ισπανική πεσέτα και κατά 40% σε σχέση με την ιταλική λιρέτα. Το 1993 η Γερμανία βρέθηκε σε ύφεση και την ίδια χρονιά το σημαντικό εμπορικό πλεόνασμα του 1988 ήταν μηδενικό! Η ανεργία σχεδόν διπλασιάστηκε μεταξύ του 1992 και του 1997 (από 6% ξεπέρασε το 10%) και χρειάστηκαν πολλά χρόνια λιτότητας για να επιστρέψουν στην ανάκαμψη. Τώρα, βέβαια, καρπώνονται τα οφέλη από εκείνα τα χρόνια λιτότητας (κυρίως με τη συγκράτηση του μισθολογικού κόστους). Ξεχνούν, όμως, πως μπορεί να επαναληφθεί η δυσάρεστη εμπειρία της δεκαετίας του ’90 στην περίπτωση που επιχειρήσουν να εφαρμόσουν το μοντέλο της Ελλάδας (δηλαδή την ανελέητη λιτότητα) στην Ιταλία. Οι Ιταλοί δεν θα αντέξουν και μια κατάρρευση της ευρωζώνης θα είχε πολλαπλάσιες επιπτώσεις από την κρίση του ΜΣΙ.  Αλλά είπαμε, στο Βερολίνο ξεχνούν πολύ γρήγορα.

 Δημοσιεύεται σήμερα στη «δημοκρατία”

Please follow and like us:

Ελληνική Κρίση: Δύο θεωρίες με κοινό στόχο

Οσοι προσπαθούν να εξηγήσουν τη σημερινή τραγική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα έχουν στριμωχθεί σε δύο στρατόπεδα: Η πρώτη θεωρία θέλει τον περιούσιο ελληνικό λαό να είναι θύμα (μιας ακόμα) διεθνούς συνωμοσίας που έχει σαν στόχο τον πετρελαϊκό μας πλούτο, τα νησιά ή ό,τι άλλο βάζει ο νους σας. Σύμφωνα με την – εξίσου απλοϊκή – δεύτερη άποψη φτάσαμε εδώ για πολιτισμικούς λόγους: οι πολίτες φταίνε που δεν ευδοκίμησαν στον τόπο μας αρκετοί από τους θεσμούς των ανεπτυγμένων χωρών της Δυτικής Ευρώπης, τους πολίτες πρέπει να κατηγορούμε για όσα τραγελαφικά συμβαίνουν αυτές τις ημέρες με αφορμή την περίφημη λίστα μεγαλοκαταθετών στην Ελβετία, οι ψηφοφόροι είναι αυτοί που επέλεγαν επί δεκαετίες τους πολιτικούς – real estate investors και τώρα ζητούν πίσω τα ρέστα.

Οι δύο θεωρίες έχουν κοινό στόχο. Γι’ αυτό καλλιεργούνται από μερίδα των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και καλύπτουν εκατοντάδες σελίδες από βιβλία που κυκλοφόρησαν την τελευταία τριετία. Επιχειρούν να απαλλάξουν την πολιτική μας τάξη από το έγκλημα των τελευταίων δεκαετιών και να την εμφανίσουν είτε ως αθώο θύμα ενός αόρατου διεθνούς παιχνιδιού, είτε ως «απλό υπηρέτη της θέλησης του λαού»: Οι πολίτες ήθελαν διορισμούς, που θα έλεγε και ο κ. Θ. Πάγκαλος, και οι πολιτικοί τους προσέφεραν. Ο λαός ήθελε επιδόματα ή προκλητικά εφάπαξ και οι κυβερνήσεις τα μοίραζαν αφειδώς. Ως γαρνιτούρα τοποθετείται η γνωστή ρήση του Μπ. Σω σύμφωνα με την οποία «δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα, που εγγυάται πως δεν θα κυβερνηθούμε καλύτερα από αυτό που μας αξίζει».

Η πραγματικότητα είναι περισσότερο πολύπλοκη. Τους θεσμούς τους φτιάχνουν ή τους ξεχαρβαλώνουν οι πολιτικές ηγεσίες και στην Ελλάδα τους ήθελαν ατροφικούς για να μπορούν να απομυζούν όσους είχαν ακόμα το κουράγιο να δημιουργήσουν. Η συνεχής υποβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης (κοινό σημείο όλων των αντιδημοκρατικών καθεστώτων του πλανήτη) ήταν επίσης συνειδητή επιλογή προκειμένου να παράγονται κηφήνες για τα κομματικά γραφεία και τις δημόσιες υπηρεσίες. Η διάλυση του δημοσίου ήταν, επίσης, μια πολιτική επιλογή για την εξασφάλιση ευχαριστημένων και καλοταϊσμένων κομματικών στρατών. Το ίδιο, βέβαια, συνέβαινε και με σειρά επαγγέλματα του ιδιωτικού τομέα τα οποία μεγαλουργούσαν από τη συνεχή υποβάθμιση της Ελλάδας. Κατά σύμπτωση, τα ίδια επαγγέλματα κυριαρχούν σήμερα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Η μη εφαρμογή των νόμων (από τα αυθαίρετα μέχρι τις δεκάδες Επείγουσες Προκαταρκτικές Εξετάσεις που εκκρεμούν επί μήνες) ήταν, επίσης, μια επιλογή του πολιτικού συστήματος και όχι των πολιτών. Προκειμένου να εξασφαλίσουν ατιμωρησία προσέφεραν στους ψηφοφόρους ως αντάλλαγμα μια Δικαιοσύνη που αδυνατεί να λειτουργήσει, υπό το βάρος της πολυνομίας, της αδιαφάνειας και της έλλειψης στοιχειώδους υποδομής σε ανθρώπινο δυναμικό και τεχνολογικό εξοπλισμό. Κάποιοι θα αναρωτηθούν «μα γιατί δεν έγινε επανάσταση;». Η απάντηση είναι απλή: Σε πολλές χώρες του κόσμου (από την Αίγυπτο μέχρι τη Ρωσία) έγιναν μία ή περισσότερες επαναστάσεις, αλλά οι νέοι ηγέτες εφάρμοσαν στο τέλος την κλεπτοκρατική πολιτική των προκατόχων τους. Γιατί οι ηγέτες κάνουν τη διαφορά.
Δημοσιεύθηκε σήμερα στη «δημοκρατία’

Please follow and like us: