Έτσι δεν είναι;

«Those who assert that ‘the system’ is at fault, or who see mysterious maneuverings behind every political misstep, have little to teach us. But the disposition to disagree, to reject and to dissent—however irritating it may be when taken to extremes—is  the very lifeblood of an open society. We need people who make a virtue of opposing mainstream opinion. A democracy of permanent consensus will not long remain a democracy.”

Tony Judt: «Ill Fares the Land”

Please follow and like us:

Πόσο γρήγορα ξεχνούν οι Γερμανοί; (2)

Η κοντή μνήμη των Γερμανών δεν τους βοηθά να θυμηθούν πως δεν έχουν περάσει ούτε είκοσι χρόνια από την τελευταία φορά που πλήρωσαν ακριβά την αδιαφορία για τους μηχανισμούς αλληλεγγύης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Ματιέ Πιγκάς, για πολλά χρόνια ανώτατο στέλεχος της τράπεζας Lazard Frères, τους το υπενθυμίζει στο βιβλίο «Επαναστάσεις» στο οποίο αναφέρεται εκτενώς στη δυσάρεστη εμπειρία των Γερμανών το 1992-93 από την κρίση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ). Τότε, η έξοδος της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Βρετανίας από τον ΜΣΙ οδήγησε τη Γερμανία σε βαθιά οικονομική κρίση που χρειάστηκε σχεδόν δέκα χρόνια για να αντιμετωπίσει. Ηταν η περίοδος που οι Γερμανοί παρουσιάζονταν από τον έγκυρο διεθνή Τύπο ως ο «Μεγάλος Ασθενής» της Γηραιάς Ηπείρου και χρειάστηκε το ευρώ για να επιστρέψουν στους ρυθμούς ανάπτυξης του παρελθόντος.

Ο Πιγκάς είναι βέβαια γνωστός για τις ακραίες θέσεις του αφού είχε παρομοιάσει την καγκελάριο Μέρκελ με τον Πάουλ φον Χίντενμπουργκ – τον δεύτερο πρόεδρο της Γερμανίας κατά την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Αρκετοί υποστηρίζουν πως ο Χίντενμπουργκ, με την επιμονή του στη δημοσιονομική πειθαρχεία και τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, άνοιξε τον δρόμο στον Αδόλφο Χίτλερ. Οσα περιγράφει ο Γάλλος τραπεζίτης στο βιβλίο για την κρίση του ΜΣΙ είναι εξόχως διδακτικά. Και για εμάς και για τους Γερμανούς. Τι συνέβη τότε; Οι Ισπανοί, οι Ιταλοί και οι Βρετανοί δεν άντεξαν τις αρνητικές συνέπειες από την αγκίστρωση των νομισμάτων τους στο γερμανικό μάρκο. Οι Γερμανοί, μετά την επανένωση, είχαν ανεβάσει τα επιτόκια για να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό. Το ίδιο αναγκάστηκαν να πράξουν και οι άλλες οικονομίες του ΜΣΙ, αλλά τα επιτόκιά τους ήταν πολύ υψηλά σε σχέση με τις πραγματικές απαιτήσεις των οικονομιών τους. Στην ουσία, πλήρωναν για την επανένωση των δύο Γερμανιών, χωρίς λόγο.

Οι Γερμανοί σφύριζαν αδιάφορα και δεν έκαναν τίποτα και στο τέλος ο ΜΣΙ εξερράγη: Το μάρκο απογειώθηκε και υπερτιμήθηκε κατά σχεδόν 35% σε σχέση με την ισπανική πεσέτα και κατά 40% σε σχέση με την ιταλική λιρέτα. Το 1993 η Γερμανία βρέθηκε σε ύφεση και την ίδια χρονιά το σημαντικό εμπορικό πλεόνασμα του 1988 ήταν μηδενικό! Η ανεργία σχεδόν διπλασιάστηκε μεταξύ του 1992 και του 1997 (από 6% ξεπέρασε το 10%) και χρειάστηκαν πολλά χρόνια λιτότητας για να επιστρέψουν στην ανάκαμψη. Τώρα, βέβαια, καρπώνονται τα οφέλη από εκείνα τα χρόνια λιτότητας (κυρίως με τη συγκράτηση του μισθολογικού κόστους). Ξεχνούν, όμως, πως μπορεί να επαναληφθεί η δυσάρεστη εμπειρία της δεκαετίας του ’90 στην περίπτωση που επιχειρήσουν να εφαρμόσουν το μοντέλο της Ελλάδας (δηλαδή την ανελέητη λιτότητα) στην Ιταλία. Οι Ιταλοί δεν θα αντέξουν και μια κατάρρευση της ευρωζώνης θα είχε πολλαπλάσιες επιπτώσεις από την κρίση του ΜΣΙ.  Αλλά είπαμε, στο Βερολίνο ξεχνούν πολύ γρήγορα.

 Δημοσιεύεται σήμερα στη «δημοκρατία”

Please follow and like us:

Μία «Δράση Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης” που ξέχασε ο ΟΤΕ

Το χωριό που μεγάλωσα έχει ακόμα χωματόδρομο, επτά γέρους / γριές και δύο νεότερους κατοίκους. Το ηλεκτρικό ρεύμα ευτυχώς ήλθε όταν ήμουν 14 χρονών και το μοναδικό σταθερό τηλέφωνο του χωριού εγκαταστάθηκε στο σπίτι μου λίγα χρόνια πριν γεννηθώ. Για σχεδόν τρεις δεκαετίες, είμαστε οι «ανταποκριτές του ΟΤΕ» στο χωριό με τα πέντε σπίτια (ο «Αϊ Θόδωρος»), αλλά και σε έναν άλλο συνοικισμό («Κάτω Αϊ Θόδωρος»), με άλλα πέντε σπίτια, που βρίσκονταν ένα χιλιόμετρο μακριά. Οι περισσότεροι στο χωριό ήταν ηλικιωμένα ζευγάρια που είχαν έναν – δύο ξενιτεμένους και πολλά παιδιά ανά την Ελλάδα.

Σχεδόν κάθε δεύτερη ημέρα μας τηλεφωνούσε ένας γιος ή κόρη κάποιας γιαγιάς και εξηγούσε: «Πες στη γρια πως αύριο στις 5 το απόγευμα θα πάρω τηλέφωνο». Αν ήταν κάποιο από τα κοντινά σπίτια, έβγαινε ο πατέρας μου στο μπαλκόνι και το κανόνιζε. Αν ήταν, όμως, στον «Κάτω Αϊ Θόδωρο» τότε ήταν η δική μας σειρά: Συνήθως από την προηγούμενη ημέρα πηγαίναμε στο σπίτι της γιαγιάς Λευτερίας με τα χαρμόσυνα νέα: «Αύριο στις 5 θα σε πάρει ο Βλάσσης, ο Ντίνος, ο Γιώργος, κ.ο.κ.». Πάντοτε η γιαγιά Λευτερία ξεσπούσε σε κλάματα, άρχιζε να ψάχνει στα συρτάρια, έβρισκε δύο – τρεις καραμέλες, κανένα καρύδι ή πορτοκάλι και μας το φόρτωνε. Μας πλάκωνε και στα φιλιά και μας ξεπροβόδιζε, κλαίγοντας προκαταβολικά για τον «Βλασσάκο» της, τον «Ντινάκο» της ή το «Γιωργάκο» της που ήταν άλλος στον Καναδά, άλλος στην Αθήνα, άλλος σε κάποια μικρότερη πόλη της Ελλάδας.

Την άλλη ημέρα, από το μεσημέρι (δηλαδή 3 – 4 ώρες νωρίτερα από το τηλεφωνικό ραντεβού), η γιαγιά Λευτερία ξεκινούσε από τον «Κάτω Αϊ Θόδωρο» και ανηφόριζε, πάλι κλαίγοντας, προς τον Ανταποκριτή του ΟΤΕ, δηλαδή το σπίτι μας. Ετσι είχε παρέα και η προγιαγιά μου αφού οι περισσότερες γειτόνισσες έρχονταν αρκετά νωρίτερα.

Κάθε φορά παρακολουθούσαμε την ίδια σκηνή με τη γιαγιά Λευτερία να στέλνει χιλιάδες ευχές και φιλιά στον ξενιτεμένο «Βλασσάκο», «Ντινάκο» και στα εγγόνια, εν μέσω ποταμού δακρύων, κλπ. Μετά, από τη χαρά της, πλάκωνε και εμάς στα φιλιά. Στην αρχή δε μας πείραζε, αλλά με τα χρόνια βαριόμαστε τους (κακόμοιρους) γέρους οπότε καμιά φορά μας ειδοποιούσε η μάνα μου: «Κρυφτείτε! Ερχεται η Λευτερία!». Οταν πάλι κάποιος ήθελε να πάρει τηλέφωνο (πράγμα σπάνιο γιατί τα υπεραστικά ήταν ακριβά στη δεκαετία του ’70 και του ’80, ενώ ακόμα πιο σπάνιες ήταν οι τηλεφωνικές συνδέσεις…), υπήρχε μετρητής ο οποίος κατέγραφε το κόστος της κλήσης, η γιαγιά πλήρωνε και εμείς πληρώναμε τον ΟΤΕ.

Τα χρόνια πέρασαν, το χωριό άδειασε, το τοπικό νεκροταφείο επεκτάθηκε και ήρθε η κινητή τηλεφωνία. Οι ελάχιστοι γέροι έχουν κινητά τηλέφωνα οπότε προ 10ετίας ο πατέρας μου σταμάτησε να είναι ο Ανταποκριτής του ΟΤΕ. Η γραμμή του ΟΤΕ (οι κολώνες, κλπ) είναι πλέον απαρχαιωμένη. Ο οργανισμός παίρνει, πάντως, το πάγιο κανονικά κάθε μήνα. Ελάτε, όμως, που το τηλέφωνο λειτουργεί μόνο τους μισούς! Παρά τα ΧΙΛΙΑΔΕΣ τηλεφωνήματα στην τεχνική υπηρεσία του ΟΤΕ οι άνθρωποι κοροϊδεύουν τόσο τους γέρους γονείς μου, όσο και εμάς που προσπαθούμε να καταλάβουμε γιατί το τηλέφωνο δε λειτουργεί. Συνήθως μας λένε πως «θα το φτιάξουν», αλλά σχεδόν ποτέ δε φτιάχνεται. Και ξαφνικά, ένα πρωί, λειτουργεί μέχρι να ξανακοπεί σε λίγες ώρες ή ημέρες.

Προ πενταετίας, ο ΟΤΕ αποφάσισε να αντικαταστήσει την παλιά εναέρια γραμμή (που εγκατέστησε προ σχεδόν μισό αιώνα) με μια άλλη. Ανέθεσε το έργο σε τοπικό εργολάβο ο οποίος άπλωσε το καλώδιο και τοποθέτησε τις κολώνες, χωρίς ποτέ να συνδέσει τη γραμμή. Ξαφνικά, το έργο πάγωσε. Ο εργολάβος χάθηκε και κάποιοι άγνωστοι άρχισαν να κόβουν τα καλώδια (φαντάζομαι για το χαλκό που περιέχουν…). Στη συνέχεια κάποιοι πήραν και τις ξύλινες κολώνες! Ορισμένες τις έκοψαν μάλιστα με αλυσοπρίονο για να μην ταλαιπωρούνται. Ο ΟΤΕ πουθενά.

Εχουν περάσει πέντε χρόνια, αλλά ακόμα κάποιες κολώνες στέκονται όρθιες και κάποια τμήματα του καλωδίου θάφτηκαν από τα νερά της ρεματιάς. Το τηλέφωνο σπανίως λειτουργεί, ειδικά κατά τους χειμερινούς μήνες. Αλλά ποιος νοιάζεται για τους επτά κατοίκους του «Αϊ Θοδώρου» και τον πρώην Ανταποκριτή; Εν τω μεταξύ οι λογαριασμοί πληρώνονται κανονικά από τις παχυλές συντάξεις του ΟΓΑ. Ετσι ο ΟΤΕ δείχνει το κοινωνικό του πρόσωπο και γεμίζει τους τόμους με τις «Δράσεις Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης».

Please follow and like us:

Πόσο γρήγορα ξεχνούν οι Γερμανοί; Ακαριαία

«Μα είναι δυνατόν να συμπεριφέρονται με τέτοια σκληρότητα οι Γερμανοί;» αναρωτιούνται κάποιοι από αυτούς που παρακολουθούν όσα συμβαίνουν στην Κύπρο τις τελευταίες ημέρες. «Είναι δυνατόν να έχουν ξεχάσει τα χρόνια της δυστυχίας και της φτώχειας που πέρασαν οι ίδιοι μετά την καταστροφή που προκάλεσαν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου;». «Είναι δυνατόν να κινούνται τόσο μακριά από το όραμα των μεταπολεμικών ηγετών που ήθελαν μια Ευρώπη ενωμένη και αλληλέγγυα;».

Αλλη γνώμη έχουν οι Γερμανοί, όπως φαίνεται και από τα δημοσιεύματα του τοπικού Τύπου. Πιστεύουν πως έχουν εξοφλήσει το χρέος τους και πως ήρθε η ώρα να πάρουν και τα ρέστα τους γιατί αυτοί είναι «οι νοικοκυραίοι» και εμείς οι «κατσαπλιάδες». Οσοι έχουν αμφιβολίες ας ρίξουν μια ματιά στην εξαιρετική ιστορία της μεταπολεμικής Ευρώπης του Βρετανού ιστορικού Τόνι Τζαντ. Εξηγεί πως από τη δεκαετία του 1950, η Γερμανία του Αντενάουερ εμφανίζονταν στην κοινή γνώμη της χώρας ως τρεις φορές θύμα: Πρώτα στα χέρια του Χίτλερ (αν κάποιος έβλεπε γερμανικές ταινίες της εποχής, όπως «Η τελευταία Γέφυρα» ή «Κανάρης» θα νόμιζε πως οι περισσότεροι Γερμανοί πέρασαν τα χρόνια του πολέμου στην αντίσταση κατά των Ναζί!), μετά στα χέρια των εχθρών τους (οι κατεστραμμένες από τους βομβαρδισμούς πόλεις ενίσχυαν την εικόνα πως η πρώτη γραμμή του μετώπου βρίσκονταν στα σπίτια τους) και τέλος από τη μεταπολεμική προπαγάνδα των Συμμάχων η οποία, κατά τους Γερμανούς, «φούσκωνε» τα εγκλήματά τους και έκρυβε τις μεγάλες ζημιές που υπέστη η χώρα.

Ο Τ. Τζαντ υπενθυμίζει και την τύχη που είχε το ντοκιμαντέρ «Νύχτα και Ομίχλη» του κορυφαίου Γάλλου σκηνοθέτη Αλέν Ρενέ, με εικόνες από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Δυτική Γερμανία, που ήταν έτοιμη να γίνει πλήρες μέλος του ΝΑΤΟ, ζήτησε και πέτυχε να αποσυρθεί από το Φεστιβάλ των Καννών το 1955, με παρέμβαση της γαλλικής κυβέρνησης. Η μεταπολεμική Γερμανία οικοδομήθηκε με ισχυρή δόση συλλογικής αμνησίας ή καλύτερα επιλεκτικής μνήμης, σύμφωνα με την οποία στη Βέρμαχτ υπηρετούσαν ήρωες και οι Ναζί ήταν μια μικρή μειοψηφία οι οποίοι και τιμωρήθηκαν όπως τους άξιζε. Εξάλλου, τον Ιανουάριο του 1951 ακόμα και ο ίδιος ο αρχιστράτηγος των Συμμάχων Ντ. Αϊζενχάουερ έφτασε μέχρι του σημείου να υποστηρίξει πως είναι λάθος να συγχέεται η Βέρμαχτ με τους Ναζί προσθέτοντας πως «ο Γερμανός στρατιώτης πολέμησε γενναία και ηρωικά για την πατρίδα του».

Δώδεκα χρόνια μετά, ο Γάλλος πρόεδρος Ντε Γκωλ, κατά τη διάρκεια ομιλίας στο Αμβούργο, είπε στο πλήθος που παραληρούσε: «Ζήτω η Γαλλο-Γερμανική φιλία! Είστε μεγάλος λαός!». Λέγεται πως λίγο αργότερα είπε σε έναν συνεργάτη του: «Αν ήταν ακόμα μεγάλος λαός, δεν θα με χειροκροτούσαν με τόσο ενθουσιασμό»…

Δημοσιεύθηκε την Παρασκευή στη «δημοκρατία”

Please follow and like us:

Ποιος έκανε πρόεδρο τον Πούτιν; Ο Μπερεζόφσκυ

«Yeltsin had only his populist ways to fall back on: he could not challenge or reshape expectations; he could not lead the country in finding new ideals and a new rhetoric. He could only try to give the people what they wanted.

And what they wanted was decidedly not Yeltsin. Tens of millions of Russians held him personally responsible for every misfortune they had encountered over the previous ten years, for their lost hopes and their shattered dreams—even, it seemed, for their vanished youth—and they hated him passionately. Whoever came to lead the country after Yeltsin could win easy popularity by prosecuting him. What the ailing president feared most was that a political party called Otechestvo—Vsya Rossiya (Fatherland—All Russia; the name, a hybrid of two political titles, sounds as inelegant in Russian as it does in English), headed by a former prime minister and several mayors and governors, would come to power and exact revenge on Yeltsin and the Family—and that he would spend his final days in jail.

That is where Vladimir Putin came in.
As Berezovsky tells it, the Family was casting about for a successor. Incongruities of scale haunt this story. A tiny group of people, besieged and isolated, were looking for someone to take over the world’s largest landmass, with all its nuclear warheads and all its tragic history—and the only thing smaller than the pool of candidates seems to have been the list of qualifications required of them. Anyone with any real political capital and ambition—anyone with a personality commensurate with the office—had already abandoned Yeltsin. The candidates were all plain men in gray suits.

Berezovsky claims that Putin was his protégé. As he told it to me at his villa outside London—I kept my promise to forget its specific location as soon as I returned to the city—Berezovsky had met Putin in 1990, when he was looking to expand his business to Leningrad. Berezovsky was an academic turned car dealer. His business was selling the Lada—the name Russians slapped on a car shoddily made on the basis of a long-outdated Fiat. He was also importing used European cars and building service stations to fix what he sold. Putin, then a deputy of City Council chairman Anatoly Sobchak, had helped Berezovsky arrange to open a service station in Leningrad, and had declined a bribe—and that was enough to make Berezovsky remember him. “He was the first bureaucrat who did not take bribes,” Berezovsky assured me. “Seriously. It made a huge impression on me.”

Berezovsky made it a habit to “run by” Putin’s office whenever he was in St. Petersburg—given Berezovsky’s frenetic nature, these were most likely truly run-by visits during which the oligarch would storm in, chatter excitedly, and storm out, possibly without registering much of his host’s reaction. When I spoke with Berezovsky, he was hard-pressed to recall anything Putin had said to him. “But I perceived him as a sort of ally,” he said. He was impressed, too, that Putin, promoted to deputy mayor of St. Petersburg when Sobchak became mayor, later refused a position with the new mayor when Sobchak failed to be reelected.

When Putin moved to Moscow in 1996 to take an administrative job at the Kremlin, the two began to see each other more frequently, at the exclusive club Berezovsky maintained in the center of the city. Berezovsky had used his connections to arrange for “No Entry” traffic signs to be placed on both ends of a city block, essentially marking a segment of a residential street as his own. (Residents of the several apartment buildings across the street could no longer legally drive up to their homes.)

But by early 1999, Berezovsky was a man under siege—like the rest of the Family but more so: he was the only one of them who valued his place in Moscow society. Locked in a desperate and apparently losing power struggle with former prime minister Yevgeny Primakov, who led the anti-Yeltsin political alliance, Berezovsky had become something of a pariah. “It was my wife’s, Lena’s, birthday,” he told me. “And we decided not to invite a lot of people because we didn’t want anyone to have to strain their relationship with Primakov. So it was just friends. And then my security tells me, ‘Boris Abramovich, Vladimir Vladimirovich Putin will be arriving in ten minutes.’ And I said, ‘What happened?’ And he said, ‘He wants to wish Lena a happy «birthday.’ And he showed up ten minutes later, with a bouquet of flowers. And I said, ‘Volodya,* what are you doing this for? You have enough problems as it is. Are you just making a show of it?’ And he says, ‘I am making a show of it, yes.’ And this was how he cemented our relationship. Starting with the fact that he would not accept a bribe. Then refusing to abandon Sobchak. And then this incident, which made me sure that he was a good, direct man—a KGB man, yes, but still a man.” It went straight to Berezovsky’s head.»

Masha Gessen: «The Man Without a Face: The Unlikely Rise of Vladimir Putin.»

Please follow and like us:

Ενα πρωινό. Στη Βραζιλία

Η 12η Μαίου του 1978 έμοιαζε μια ακόμα ήσυχη ημέρα στη Βραζιλία, υπό τη χούντα των στρατιωτικών. Οι εργάτες στο εργοστάσιο της Scania στο Σάο Μπερνάρντο είχαν άλλη άποψη μολονότι οι απεργίες ήταν απαγορευμένες από το 1964. Είχαν μάθει πως η χούντα θα ανακοίνωνε την ίδια ημέρα «μαγειρεμένα» οικονομικά μεγέθη (στοιχεία για τον πληθωρισμό) ώστε να δείξει πως το κόστος ζωής είναι χαμηλό. Στις 7 το πρωί, με την πρώτη βάρδια, οι εργαζόμενοι αρνήθηκαν να πάνε στα πόστα τους. Στις 8  ειδοποίησαν τον πρόεδρο των εργατών μετάλλου του Σάο Μπερνάρντο ο οποίος λίγο αργότερα πήγε στο εργοστάσιο. Οταν η εταιρεία του ζήτησε να πείσει τους εργαζόμενους να πιάσουν δουλειά, ο πρόεδρος αρνήθηκε. Το όνομά του ήταν Λουίζ Ινάθιο Λούλα Ντα Σίλβα.

Το περιστατικό, που περιγράφεται στο εξαιρετικό βιβλίο «Why Nations Fail» («Γιατί τα Εθνη Βουλιάζουν»), δείχνει πως η ανάσταση του εργατικού κινήματος στη Βραζιλία, υπό τον Λούλα, που έγινε πρόεδρος της χώρας έπειτα από σχεδόν 25 χρόνια, οδήγησε σε μια αλυσιδωτή αντίδραση. Οδήγησε σε αυτό που ο Φερνάρντο Ενρίκε Καρντόζο, ο οποίος κέρδισε τον Λούλα σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις πριν ο τελευταίος καταφέρει να εκλεγεί πρόεδρος το 2002, στην «επανεκκίνηση της κοινωνίας» με τη συμμετοχή όλων: των επαγγελματικών οργανώσεων, των συνδικάτων, της εκκλησίας, των μαθητών και των άλλων κοινωνικών κινημάτων. Κινητοποίηση που έγινε όχι για τη διατήρηση των κεκτημένων προνομιούχων ομάδων της κοινωνίας, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, αλλά για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής και των απολαβών ολόκληρου του πληθυσμού. Το «Κόμμα των Εργαζομένων» που ιδρύθηκε λίγους μήνες μετά το επεισόδιο στο εργοστάσιο της Scania ήρθε να καλύψει τις διεκδικήσεις αυτών των ομάδων και την τελευταία δεκαετία βρίσκεται στην εξουσία.

Η περίπτωση της Βραζιλίας δείχνει πως η χώρα άρχισε να βγαίνει από τον οικονομικό μαρασμό όταν η κοινωνία το αποφάσισε και όχι μέσω της ξένης βοήθειας και των δανεικών. Τα οφέλη που είχε η οικονομία της χώρας τα τελευταία 12 χρόνια ήταν αποτέλεσμα των προσπαθειών μιας κοινωνικής συμμαχίας. Η ευημερία δε μπορεί να επιτευχθεί με τα φορομπηχτικά μέτρα και τις εκατοντάδες παρεμβάσεις που προβλέπουν τα μνημόνια. Οι λίστες που μας κουνάει ο κ. Τόμσεν του ΔΝΤ (με τις εκκρεμότητες που αν επιληθούν θα μας καταστήσουν επίγειο παράδεισο) αποτελούν μια συνταγή που έχει αποτύχει παντού. Τα στελέχη των διεθνών οργανισμών το γνωρίζουν, αλλά συνεχίζουν να παπαγαλίζουν τα ίδια και τα ίδια γιατί εξασφαλίζουν παχυλές χρηματοδοτήσεις και υψηλούς μισθούς. Η επιστροφή στην ευημερία είναι δικό μας ζήτημα.

Please follow and like us:

Ελληνική Κρίση: Δύο θεωρίες με κοινό στόχο

Οσοι προσπαθούν να εξηγήσουν τη σημερινή τραγική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα έχουν στριμωχθεί σε δύο στρατόπεδα: Η πρώτη θεωρία θέλει τον περιούσιο ελληνικό λαό να είναι θύμα (μιας ακόμα) διεθνούς συνωμοσίας που έχει σαν στόχο τον πετρελαϊκό μας πλούτο, τα νησιά ή ό,τι άλλο βάζει ο νους σας. Σύμφωνα με την – εξίσου απλοϊκή – δεύτερη άποψη φτάσαμε εδώ για πολιτισμικούς λόγους: οι πολίτες φταίνε που δεν ευδοκίμησαν στον τόπο μας αρκετοί από τους θεσμούς των ανεπτυγμένων χωρών της Δυτικής Ευρώπης, τους πολίτες πρέπει να κατηγορούμε για όσα τραγελαφικά συμβαίνουν αυτές τις ημέρες με αφορμή την περίφημη λίστα μεγαλοκαταθετών στην Ελβετία, οι ψηφοφόροι είναι αυτοί που επέλεγαν επί δεκαετίες τους πολιτικούς – real estate investors και τώρα ζητούν πίσω τα ρέστα.

Οι δύο θεωρίες έχουν κοινό στόχο. Γι’ αυτό καλλιεργούνται από μερίδα των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και καλύπτουν εκατοντάδες σελίδες από βιβλία που κυκλοφόρησαν την τελευταία τριετία. Επιχειρούν να απαλλάξουν την πολιτική μας τάξη από το έγκλημα των τελευταίων δεκαετιών και να την εμφανίσουν είτε ως αθώο θύμα ενός αόρατου διεθνούς παιχνιδιού, είτε ως «απλό υπηρέτη της θέλησης του λαού»: Οι πολίτες ήθελαν διορισμούς, που θα έλεγε και ο κ. Θ. Πάγκαλος, και οι πολιτικοί τους προσέφεραν. Ο λαός ήθελε επιδόματα ή προκλητικά εφάπαξ και οι κυβερνήσεις τα μοίραζαν αφειδώς. Ως γαρνιτούρα τοποθετείται η γνωστή ρήση του Μπ. Σω σύμφωνα με την οποία «δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα, που εγγυάται πως δεν θα κυβερνηθούμε καλύτερα από αυτό που μας αξίζει».

Η πραγματικότητα είναι περισσότερο πολύπλοκη. Τους θεσμούς τους φτιάχνουν ή τους ξεχαρβαλώνουν οι πολιτικές ηγεσίες και στην Ελλάδα τους ήθελαν ατροφικούς για να μπορούν να απομυζούν όσους είχαν ακόμα το κουράγιο να δημιουργήσουν. Η συνεχής υποβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης (κοινό σημείο όλων των αντιδημοκρατικών καθεστώτων του πλανήτη) ήταν επίσης συνειδητή επιλογή προκειμένου να παράγονται κηφήνες για τα κομματικά γραφεία και τις δημόσιες υπηρεσίες. Η διάλυση του δημοσίου ήταν, επίσης, μια πολιτική επιλογή για την εξασφάλιση ευχαριστημένων και καλοταϊσμένων κομματικών στρατών. Το ίδιο, βέβαια, συνέβαινε και με σειρά επαγγέλματα του ιδιωτικού τομέα τα οποία μεγαλουργούσαν από τη συνεχή υποβάθμιση της Ελλάδας. Κατά σύμπτωση, τα ίδια επαγγέλματα κυριαρχούν σήμερα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Η μη εφαρμογή των νόμων (από τα αυθαίρετα μέχρι τις δεκάδες Επείγουσες Προκαταρκτικές Εξετάσεις που εκκρεμούν επί μήνες) ήταν, επίσης, μια επιλογή του πολιτικού συστήματος και όχι των πολιτών. Προκειμένου να εξασφαλίσουν ατιμωρησία προσέφεραν στους ψηφοφόρους ως αντάλλαγμα μια Δικαιοσύνη που αδυνατεί να λειτουργήσει, υπό το βάρος της πολυνομίας, της αδιαφάνειας και της έλλειψης στοιχειώδους υποδομής σε ανθρώπινο δυναμικό και τεχνολογικό εξοπλισμό. Κάποιοι θα αναρωτηθούν «μα γιατί δεν έγινε επανάσταση;». Η απάντηση είναι απλή: Σε πολλές χώρες του κόσμου (από την Αίγυπτο μέχρι τη Ρωσία) έγιναν μία ή περισσότερες επαναστάσεις, αλλά οι νέοι ηγέτες εφάρμοσαν στο τέλος την κλεπτοκρατική πολιτική των προκατόχων τους. Γιατί οι ηγέτες κάνουν τη διαφορά.
Δημοσιεύθηκε σήμερα στη «δημοκρατία’

Please follow and like us:

Οι εργολάβοι δεν είναι πλέον οι καλύτεροι γαμπροί

Οι εργολάβοι δεν είναι πλέον οι καλύτεροι γαμπροί
Please follow and like us: