Ποιος αγόρασε τελικά τον ΟΛΘ; Κάποιοι Γερμανοί, η CMA-CGM και ο όμιλος Σαββίδη

cof

Δεν συμμετέχουν ρωσικά συμφέροντα στο σχήμα υποστηρίζει η κοινοπραξία που επικράτησε στον διαγωνισμό για τον Οργανισμό Λιμένος Θεσσαλονίκης (ΟΛΘ), χωρίς όμως να δίνει λεπτομέρειες για τους ιδιοκτήτες της γερμανικής Deutsche Invest Equity Partners (DIEP). Ο διευθύνων σύμβουλος της DIEP Alexander von Mellenthin (πρώτος από αριστερά στη φωτογραφία) δήλωσε χθες, κατά τη διάρκεια συνάντησης με τους δημοσιογράφους, πως η γερμανική επενδυτική εταιρεία έχει 450 μετόχους, από τους οποίους «κανένας δεν είναι Ρώσος».

Ποιοι είναι, όμως, αυτοί οι 450 μέτοχοι; Πόσοι, εκτός της οικογένειας του Γερμανού μεγαλοδικηγόρου / μεγαλοσυμβούλου Stephan Goetz της Goetz Partners έχουν μεγάλη συμμετοχή στο σχήμα; Αν π.χ. στη Γερμανία πωλούνταν το δεύτερο μεγαλύτερο λιμάνι σε μια κοινοπραξία που συμμετέχει και μια τέτοια πολυμετοχική, ιδιωτική (δηλαδή μη εισηγμένη σε χρηματιστήριο) εταιρεία, δεν θα ήθελαν οι πολίτες να γνωρίζουν ποιοι το αγοράζουν; Ο κ. von Mellenthin, στις απανωτές ερωτήσεις μου, επικαλέστηκε το γεγονός πως η εταιρεία πέρασε από τους ελέγχους του ΤΑΙΠΕΔ χωρίς πρόβλημα. Ο ίδιος πρόσθεσε πως η DIEP δεν ήρθε για γρήγορο κέρδος, αλλά τοποθετείται μακροπρόθεσμα. Πρόκειται, μάλιστα, για την πρώτη επένδυση της εταιρείας στον τομέα των υποδομών, αν και έχει παρουσία στη γερμανική αγορά ακινήτων.

Τόσο ο επικεφαλής της DIEP, που ελέγχει το 47% της κοινοπραξίας εξαγοράς του ΟΛΘ όσο και ο διευθύνων σύμβουλος της γαλλο-κινεζικής Terminal Link (ελέγχει το 33%) Boris Wenzel, αλλά και ο συντονιστής της κοινοπραξίας (και πρώην διευθύνων σύμβουλος των ΟΛΠ και ΟΛΘ Σωτήρης Θεοφάνης (τρίτος από αριστερά στη φωτογραφία) τόνισαν πως πρόκειται για ένα ισχυρό σχήμα.

Σημειώνεται πως το 20% ελέγχεται από την Belterra Investments Ltd. του ομίλου Ιβάν Σαββίδη. Ο διευθύνων σύμβουλος του DIMERA Group, του κ. Σαββίδη, Arthur Davidyan, ήταν χθες στη συνάντηση που έγινε με τη διοίκηση του Ταμείου Ιδιωτικοποιήσεων (ΤΑΙΠΕΔ), αλλά δεν ήρθε, λόγω υποχρεώσεων, στη συνάντηση με τους δημοσιογράφους.

Οι εκπρόσωποι του σχήματος επισήμαναν πως συμμετέχουν σ’ αυτό τόσο ο μεγαλύτερος διαχειριστής τερματικών σταθμών λιμένων στον κόσμο, όσο και η τρίτη μεγαλύτερη ναυτιλιακή εταιρεία τακτικών γραμμών μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων διεθνώς, γεγονός που του δίνει ισχυρό πλεονέκτημα. Στα πλενεκτήματα του σχήματος προσθέτουν και τον ισχυρό τοπικό εταίρο, δηλαδή τον όμιλο Σαββίδη. Ως γνωστόν, μέτοχοι της Terminal Link είναι ο γαλλικός ναυτιλιακός κολοσσός CMA CGM (51%) και η κινεζική China Merchants Port Holding (49%), ο μεγαλύτερος διαχειριστής τερματικών σταθμών λιμένων παγκοσμίως.

Οι ίδιοι τόνισαν πως είναι έτοιμοι να προχωρήσουν τις επενδύσεις ύψους 180 εκατ. ευρώ που προβλέπει η συμφωνία με το ΤΑΙΠΕΔ για την πώληση του πλειοψηφικού πακέτου του ΟΛΘ. Ο κ. Θεοφάνης τόνισε, πάντως, πως είναι εξαιρετικά κρίσιμη για την ανάπτυξη του λιμανιού η προώθηση των έργων διασύνδεσης με το οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο από το δημόσιο.

Ο συντονιστής της κοινοπραξίας υποστήριξε πως η ανάπτυξη του λιμανιού και η αναβάθμισή του σε πύλη της ευρύτερης περιοχής θα λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά για την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης, όπως δείχνουν αντίστοιχα διεθνή παραδείγματα.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Terminal Link Boris Wenzel (πρώτος από δεξιά στη φωτογραφία) τόνισε πως ο όμιλος θέλει να αναπτύξει το λιμάνι της Θεσσαλονίκης καθώς δεν διαθέτει σήμερα παρουσία σε αυτή την πλευρά της Μεσογείου, αν και είναι ισχυρός στο νότιο άξονα (Ταγγέρη, Μάλτα κ.λπ.). Πρόσθεσε πως ο όμιλος αναζητεί συνεχώς ευκαιρίες για επενδύσεις και πως όταν τον προσέγγισε το επενδυτικό σχήμα της DIEP εντόπισε τα καλά οικονομικά αποτελέσματα του OΛΘ. H Terminal Link διαχειρίζεται σήμερα 14 τερματικούς σταθμούς λιμένων ανά τον κόσμο, μεταξύ των οποίων στο Μαϊάμι και στο Χιούστον των ΗΠΑ, στη Χάβρη (Γαλλία), στην Αντβέρπ (Βέλγιο), στην Ταγγέρη (Μαρόκο), στη Μάλτα, στο Μπουσάν (Ν. Κορέα) κ.λπ.

Βασικός μέτοχος της DIEP είναι ο Γερμανός δικηγόρος/επενδυτικός σύμβουλος Stephan Goetz και η οικόγενειά του, όπως είχε γράψει πρόσφατα το Euro2day.gr. Ο διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής επενδυτικής εταιρείας υποστήριξε χθες πως μελετούσαν τα τελευταία χρόνια την Ελλάδα στο μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων, κυρίως γιατί είχαν εμπειρία ως σύμβουλοι της Treuhand, του οργανισμού που δημιουργήθηκε το 1990 για την πώληση κρατικών περιουσιακών στοιχείων της Ανατολικής Γερμανίας μετά την ενοποίηση.

Ο ίδιος εξήγησε πως η DIEP θα δημιουργήσει ένα ξεχωριστό «όχημα» προκειμένου να επενδύσει στον OΛΘ και σε ερώτηση για το αν θα αναζητηθούν τα κεφάλαια που χρειάζονται ξεκαθάρισε πως υπάρχουν. Οπως είπε, ήταν και όρος του διαγωνισμού να αποδείξουν οι επενδυτές πως διαθέτουν τα κεφάλαια.

Η φωτογραφία είναι από τη χθεσινή συνάντηση με την πρόεδρο του ΤΑΙΠΕΔ Λίλα Τσιτσογιαννοπούλου

Μια έκδοση του κειμένου δημοσιεύθηκε σήμερα στο www.euro2day.gr

Οι ιδιώτες με το μαγικό ραβδί

Κάθε φορά που μια απεργία, μια κατάληψη, μια αντίδραση προνομιούχου κλάδου των δημοσίων υπαλλήλων (γιατί δεν είναι όλοι οι υπάλληλοι του δημοσίου προνομιούχοι) προκαλεί προβλήματα στην καθημερινότητά μας επαναλαμβάνονται οι ίδιες ιαχές: “Πουλήστε την υπηρεσία”, “δώστε σε ιδιώτες τα σκουπίδια”, “κλείστε τους και ανοίξτε την άλλη ημέρα έναν νέο ιδιωτικό φορέα”.

Η συνταγή είναι ούτως ή άλλως δοκιμασμένη: Πλήθος φυσικών μονοπωλίων πωλήθηκαν τα τελευταία χρόνια σε ιδιώτες, εν μέσω πανηγυρισμών από όσους συνθλίβονταν από την κρίση και έβλεπαν τους υπαλλήλους των συγκεκριμένων ΔΕΚΟ να ευημερούν με μισθούς 2.000 και ενίοτε 2.500 ευρώ. Κάποιοι άλλοι προνομιούχοι, όπως στα Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛΤΑ) συνεχίζουν να λαμβάνουν παχυλούς μισθούς και ας βρίσκεται ο ιστορικός οργανισμός στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Το κυβερνητικό (μη) σχέδιο προβλέπει πως θα εισπράττουν μέχρι την ημέρα που θα το αποκτήσει ένας ιδιώτης έναντι πινακίου φακής αφού θα έχουν μείνει μόνο τα μπετά από τα καταστήματα!

Εξάλλου ποιος θα ενδιαφέρονταν σήμερα για τα ΕΛΤΑ όταν θεωρείται σίγουρη η κατάρρευσή τους; Το φιλέτο, οι υπηρεσίες ταχυμεταφοράς κυρίως, βρίσκεται ήδη στα χέρια ιδιωτών. Αντίθετα, σε κάθε αξιολόγηση του μνημονίου, εγχώρια και ευρωπαϊκά συμφέροντα προσέθεταν και μία νέα ιδιωτικοποίηση, πάντα ενός νυν ή πρώην μονοπωλίου ή και ενός προνομιούχου κρατικού ακινήτου. Ακόμα και όταν τα έσοδα ήταν μικρές σταγόνες στον ωκεανό του ελληνικού χρέους. Παραδείγματα; Ο ΟΛΠ, ο ΔΕΣΦΑ, ο ΑΔΜΗΕ, η ΤΡΑΙΝΟΣΕ, περιφερειακά αεροδρόμια, κ.α.

Και τις περισσότερες φορές οι διαγωνισμοί του Ταμείου Ιδιωτικοποιήσεων (ΤΑΙΠΕΔ) ολοκληρώνονταν με έναν και μόνο υποψήφιο. Σοβαρός ανταγωνισμός υπήρξε σε ελάχιστες περιπτώσεις, όπως τα περιφερειακά αεροδρόμια, όπου οι διαβασμένοι (προετοιμάζονταν δέκα χρόνια με τον Έλληνα συνεταίρο τους Δημήτρη Κοπελούζο) Γερμανοί της Fraport έδωσαν σχεδόν 400 εκατ. ευρώ περισσότερα από τον δεύτερο υποψήφιο, ενώ συνολικά υπήρξαν τρεις προσφορές. Η σημερινή κατάντια των περιφερειακών αεροδρομίων και της ΥΠΑ των πλούσιων παροχών (μέχρι και αγωγή στο δημόσιο έκαναν επειδή είχαν συνάψει ιδιωτικό ασφαλιστήριο στην Ασπίς Πρόνοια που φαλήρισε!) έδειχνε από το …διάστημα τις τεράστιες προοπτικές ανάπτυξης.

Εμείς, βεβαίως, κάθε φορά χειροκροτούσαμε γιατί “έτσι θα μάθουν οι προνομιούχοι των πρώην ΔΕΚΟ τι σημαίνει κρίση”, γιατί “θα δουλέψουν”, γιατί, γιατί… Και τώρα, με αφορμή την δυσοσμία από την υπόθεση των σκουπιδιών ζητάμε να ανατεθεί σε ιδιώτες η αποκομιδή για να μην είμαστε κάθε φορά όμηροι του γνωστού συνδικάτου της ΠΟΕ ΟΤΑ, ενός από τα τελευταία κραταιά συνδικάτα του δημοσίου.

Μήπως, όμως, έτσι πριονίζουμε το κλαδί πάνω στο οποίο καθόμαστε; Μήπως στην ουσία στηρίζουμε τη μετατροπή ενός κοινωνικού δικαιώματος σε μια ιδιωτική υπηρεσία που αν θέλει μας την παρέχει ο νέος φορέας; Μήπως επιτρέπουμε στους λίγους προνομιούχους ιδιώτες που έχουν τις κατάλληλες επαφές εντός και εκτός χώρας να αγοράσουν με ψίχουλα μονοπώλια που θα τους εξασφαλίζουν παχυλά κέρδη επί δεκαετίες;

Ακριβώς αυτό είναι και το μεγαλύτερο έγκλημα του πολιτικού συστήματος και των συντεχνιών που επί χρόνια είχαν πέσει σαν τις ακρίδες πάνω στο δημόσιο. Διέλυσαν πλήθος οργανισμών και υπηρεσιών, εξακολουθούν να ταλαιπωρούν τους πολίτες ακόμα και για τις απλούστερες των παροχών. Κύριος άξονας του σχεδιασμού στη λειτουργία μιας δημόσιας υπηρεσίας (από τις ΔΕΚΟ μέχρι τους ΟΤΑ) παραμένει ακόμα και σήμερα το “να πέφτουν οι μισθοί”. Ετσι στο τέλος η ιδιωτικοποίηση φαντάζει ως η μοναδική σωτηρία. Χωρίς κόπο και μεγάλο κόστος (είναι γνωστές οι κωλοτούμπες της σημερινής κυβέρνησης για την τύχη του ΤΑΙΠΕΔ) για τους κυβερνώντες.

Οσο για την περίφημη αναδιοργάνωση, συνοψίζεται σε μια λέξη: «Μετατάξεις»! Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο ΟΣΕ ο οποίος είχε φτάσει να απασχολεί 17.000 υπαλλήλους! Επί χρόνια μόνο το μισθολογικό κόστος ήταν μεγαλύτερο από τα ετήσια έσοδα χωρίς να ιδρώνει το αυτί κανενός! Στο τέλος ανακάλυψαν την αναδιοργάνωση και στην πραγματικότητα διέλυσαν τον ΟΣΕ. Μέχρι και τους μηχανοδηγούς μετέφεραν στα νοσοκομεία με αποτέλεσμα σήμερα να παρατηρούνται ελλείψεις, ενώ ολόκληρες υπηρεσίες στην κυριολεξία διαλύθηκαν με αποτέλεσμα να χαθεί για πάντα σημαντική τεχνογνωσία.

Ο σιδηρόδρομος είναι ένα ακριβό μέσο, που απαιτεί συνεχείς επενδύσεις και εξειδικευμένο προσωπικό. Εμείς, επειδή έχουμε 20 και πλέον χρόνια να αγοράσουμε νέο τροχαίο υλικό, βλέπουμε την απόσταση Αθήνα – Θεσσαλονίκη να διανύεται σε μεγαλύτερο χρόνο σε σύγκριση με τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας!

Εξαιτίας αυτού του σχεδιασμού ρήμαξε η ΤΡΑΙΝΟΣΕ και την αποκτούν οι Ιταλοί της κρατικής FS, ενός πανίσχυρου ομίλου, έναντι 40 εκατομμυρίων.

Αντί για τη διπλή υποκρισία των υπευθύνων (επί δεκαετίες σφυρίζουν αδιάφορα και στο «και πέντε» σπεύδουν να διαλύσουν με όπως – όπως «αναδιοργάνωση» τον κρατικό οργανισμό) και τις ιαχές «δώστε τα όλα σε ιδιώτες» μήπως υπάρχει άλλη συνταγή; Και τελικά ποιος αποφασίζει πόσο δημόσιο χρειαζόμαστε; Χρειαζόμαστε μικρότερο, μεγαλύτερο ή απλώς καλύτερο; Και πως μετράται το μέγεθός του; Μόνο από τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων, ασχέτως με το ποσοστό αυτών που βρίσκονται στις θέσεις που χρειάζονται;

Αλλά η αναβάθμιση του επιπέδου των υπηρεσιών θα στενοχωρήσει τους κομματικούς στρατούς. Αρκετοί προτιμούν μια μετάταξη – αποστρατεία σε νοσοκομείο από την ταλαιπωρία της εργασίας στο σιδηρόδρομο ή σε κάποια υπηρεσία υψηλών απαιτήσεων με βάση τα δεδομένα του πολιτισμένου κόσμου.

 

Τα ψυγεία των περιφερειακών αεροδρομίων


Όλα δείχνουν πως βρισκόμαστε κοντά στην παράδοση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων στην Fraport η διοίκηση της οποίας ανακοίνωσε με λεπτομέρεια τα επενδυτικά της σχέδια. Όμως κάτι λείπει από την εξίσωση. Τα στοιχεία για το τι θα συμβεί στο προσωπικό της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) που δεν προσλαμβάνεται στο νέο σχήμα διαχείρισης των αεροδρομίων. Γνωρίζουμε πως η Fraport προσέλαβε περί τους 600, ενώ πολλοί άλλοι θα εργαστούν στη νέα Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας. Πόσοι περισσεύουν; Υπάρχει σχέδιο μετάταξής τους σε άλλους κρατικούς φορείς; Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί τίποτα από την κυβέρνηση και το αρμόδιο υπουργείο Υποδομών. Ούτε έχει υπάρξει απάντηση στις πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες ουδέποτε παραδόθηκε λίστα εργαζομένων στη Fraport παρά το γεγονός πως οι Γερμανοί τη ζήτησαν ώστε να αποφασίσουν τι θα κάνουν με το προσωπικό των 14 αεροδρομίων. Πληροφορίες, που δεν έχουν επιβεβαιωθεί, κάνουν λόγο για χώρους στους οποίους θα κάθονται μέχρι να αξιοποιηθούν, όσοι δεν θα εργάζονται στο νέο σχήμα.

Το υπερ-ταμείο και τα μαθήματα από τις ιδιωτικοποιήσεις στη Γερμανία

Η γερμανική πλευρά φέρεται να πίεσε για τη δημιουργία ενός μεγάλου υπερ-ταμείου κρατικής περιουσίας προς πώληση, την ίδια στιγμή που ένας γερμανικός όμιλος, η Fraport, επωφελείται με την απόκτηση ενός από τα λίγα «φιλέτα», τα ελληνικά περιφερειακά αεροδρόμια.

Ομως, το μοντέλο που ακολούθησε το Βερολίνο στις αρχές τις δεκαετίας του ’90 με τις αποκρατικοποιήσεις, μέσω της περίφημης Treuhandastalt (Treuhand) αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή. Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζει ο Vladimiro Giacche, πρόεδρος του ιταλικού Centro Europa Ricerche (CER), με άρθρο του στην τελευταία έκδοση του «Βαρομέτρου Ιδιωτικοποιήσεων». Το «Βαρόμετρο» (Privatisation Barometer) εκδίδεται κάθε χρόνο από το ιταλικό Fondazione Eni Enrico Mattei (FEEM) σε συνεργασία με την εταιρεία συμβούλων / ελεγκτών KPMG.

Ο Giacche προ διετίας κυκλοφόρησε ένα βιβλίο («Anschluss, η προσάρτηση: Η ενοποίηση της Γερμανίας και το μέλλον της Ευρώπης) με το οποίο αποδομεί λεπτομερώς τον μύθο της επιτυχημένης ενοποίησης και υποστηρίζει πως η οικονομική πολιτική της Γερμανίας μετά το 1989 υπήρξε καταστροφική για την παραγωγική βάση και τον κοινωνικό ιστό της πρώην Ανατολικής Γερμανίας.

Με το άρθρο επικεντρώνεται στις ιδιωτικοποιήσεις της περιόδου 1990 – 94 μέσω της Treuhand και επισημαίνει πως α). ο μεγάλος αριθμός περιουσιακών στοιχείων που πωλούνταν ταυτόχρονα οδήγησε σε κατάρρευση τιμών και σε ξεπούλημα, β). οι πωλήσεις κρατικών περιουσιακών στοιχείων έγιναν χωρίς ουσιαστικό έλεγχο από τους πολίτες, γ). πως οι Γερμανοί οι οποίοι πιέζουν σήμερα για ανοικτούς διαγωνισμούς κατάφεραν την περίοδο 1990 – 1994, μέσω κλειστών διαδικασιών, να πωλήσουν το 87% των περιουσιακών στοιχείων σε Δυτικογερμανούς επιχειρηματίες και επιχειρήσεις, δ). πως διασώθηκαν ή πωλήθηκαν μόνο όσες εταιρείες της πρώην Ανατολικής Γερμανίας δεν ανταγωνίζονταν επιχειρήσεις της Δυτικής, όπως παραδέχθηκε και στέλεχος της Treuhand στο πλαίσιο της εξεταστικής επιτροπής που συστήθηκε το 1993 με απόφαση του Γερμανικού Κοινοβουλίου, ε). πως δεν υπήρξε ουσιαστικός έλεγχος των ιδιωτών που απέκτησαν την κρατική περιουσία με αποτέλεσμα ενώ είχαν υπάρξει δεσμεύσεις για επενδύσεις 200 δισ. μάρκα (100 δισ. ευρώ) τελικά πραγματοποιήθηκαν μόλις 10 δισ. μάρκα (5 δισ. ευρώ)!

Ο Giacche, ο οποίος δηλώνει πως δεν είναι αντι-Γερμανός αλλά ασκεί σκληρή κριτική στην οικονομική πολιτική του Βερολίνου, υποστηρίζει στο άρθρο πως η Treuhand κατείχε μεταξύ 1990 και 1994 (οπότε και έκλεισε) 8.500 εργοστάσια και άλλες επιχειρήσεις της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, 20.000 καταστήματα, 7.500 εστιατόρια, 900 βιβλιοπωλεία, 1.854 φαρμακεία, 30.700.000 στρέμματα γης και δασικών εκτάσεων και άλλα ακίνητη περιουσία 25 δισεκατομμυρίων τετραγωνικών μέτρων. Ενας στους δύο εργαζομένους στην πρώην Ανατολική Γερμανία εργάζονταν στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις.

Οταν ιδρύθηκε η Treuhand είχε αναφερθεί πως τα περιουσιακά της στοιχεία προσέγγιζαν κατ’ εκτίμηση τα 600 δισ. μάρκα (300 δισ. ευρώ). Ομως, όταν στις 31 Δεκεμβρίου 1994 έκλεισε ο οργανισμός ιδιωτικοποιήσεων υπολογίστηκε πως είχε συσσωρεύσει ζημιές 256 δισ. μάρκων (128 δισ. ευρώ) με τον Ιταλό οικονομολόγο να υποστηρίζει πως η συνολική ζημιά από τη δραστηριότητά της έφτασε τα 900 δισ. μάρκα (450 δισ. ευρώ), χωρίς να στηρίξει τον παραγωγικό ιστό της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ο οποίος και διαλύθηκε.

Στο άρθρο επισημαίνεται πως τα αποτελέσματα της Treuhand ήταν πενιχρά έως αρνητικά επειδή ο ιδρυτικός της νόμος ανέφερε πως «η κρατική περιουσία πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί». Συνεπώς δόθηκε περισσότερο βάρος στην πώληση επιχειρήσεων, κλπ, και όχι στην αναδιάρθρωση ή διάσωσή τους. Ετσι, κατά τον Giacche, πωλήθηκαν έναντι πινακίου φακής (αφού ήταν προβληματικές) και επιχειρήσεις οι οποίες θα μπορούσαν να διασωθούν αν υπήρχε σχέδιο. Οπως γράφει, «σε πολλές περιπτώσεις υπήρχαν δύο εναλλακτικές: το εσπευσμένο λουκέτο ή η εσπευσμένη ιδιωτικοποίηση».

Ενα άλλο ενδιαφέρον σημείο του άρθρου επικενρώνεται στον τρόπο με τον οποίο ιδιωτικοποιήθηκαν οι χιλιάδες επιχειρήσεις και ακίνητα που ήταν στο χαρτοφυλάκιο της Treuhand. Οπως επισημαίνεται, οι περισσότερες έγιναν με «ιδιωτική τοποθέτηση» και όχι με διαγωνισμούς. Ετσι η Treuhand κατάφερε να πωλήσει το 87% των περιουσιακών της στοιχείων σε γερμανικούς ομίλους ή επιχειρηματίες. Από την άλλη πλευρά, όμως, η συγκεκριμένη στρατηγική περιόρισε τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις και επέτρεψε να αναπτυχθούν φαινόμενα διαφθοράς. Για παράδειγμα, στελέχη του υποκαταστήματος της Treuhand στη Χάλλε (τη μεγαλύτερη πόλη στο γερμανικό κρατίδιο της Σαξωνίας- ‘Ανχαλτ) είχε δημιουργήσει συμμαχία με γνωστούς εγκληματίες με στόχο την ενθυλάκωση κρατικών περιουσιακών στοιχείων. Το 1994 ο τότε υπουργός Οικονομικών Waigel, απαντώντας σε σχετική ερώτηση στο Γερμανικό Κοινοβούλιο, είχε υποστηρίξει πως η ζημιά λόγω της δράσης εγκληματιών στις ιδιωτικοποιήσεις έφτασε το 1,5 δισ. ευρώ, ενώ άλλοι την ανεβάζουν σήμερα στα 12,5 δισ. ευρώ.

Η βιασύνη στην πώληση της κρατικής περιουσίας έπαιξε, επίσης, εξαιρετικά αρνητικό ρόλο κατά τον Giacche. Υπενθυμίζει τις δηλώσεις της Birgit Breuel (διαδέχθηκε στην προεδρία της Treuhand τον Detlev Karsten Rohwedder που δολοφονήθηκε από αγνώστους την 1η Απριλίου 1991) σύμφωνα με τις οποίες: «Μέσα σε μόλις τέσσερις μήνες πωλήσαμε περίπου 1.000 εταιρείες. Η κα Θάτσερ (σ.σ. η πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας) πώλησε μόλις 25 εταιρείες σε δύο χρόνια και η γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση χρειάζεται έναν χρόνο για να πωλήσει μία εταιρεία». Τα υψηλά μπόνους που έλαβαν τα στελέχη της Treuhand με την επίτευξη συγκεκριμένου αριθμού ιδιωτικοποιήσεων οδήγησαν τελικά σε μαζικές πωλήσεις και χαμηλές τιμές, υποστηρίζει ο ίδιος αναλυτής.

Δημοσιεύθηκε στη «Δημοκρατία»

Το «αναπτυξιακό σχέδιο» που τορπιλίζουν πριν ανακοινωθεί

Η υποκριτική στάση που τηρεί το ΠΑΣΟΚ απέναντι στην ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ και του ΟΛΘ δείχνει πως η κυβέρνηση εξακολουθεί να ελέγχεται από μια δράκα ψηφοθήρων οι οποίοι είναι πρόθυμοι να αδειάσουν τον πρωθυπουργό με την πρώτη ευκαιρία, αρκεί να μη χάσουν κάποιο από τα βιλαέτια τους. Οταν πρόκειται για τα «δικά τους μαγαζιά», θυμούνται τα καλά των κοινωνικών αγαθών και την ανάγκη να μείνει η περιουσία των λιμανιών στα χέρια του δημοσίου. Για άλλα τμήματα της κρατικής περιουσίας, στα οποία δεν ασκούν τον ίδιο ασφυκτικό έλεγχο, κάνουν τους αδιάφορους όταν βγαίνουν στο σφυρί. Τώρα ο Ευαγγ. Βενιζέλος επιδιώκει να τορπιλίσει έναν από τους βασικούς άξονες του αναπτυξιακού σχεδίου που ανακοινώνει εντός των ημερών η κυβέρνηση. Τουλάχιστον μέχρι τις εκλογές. Μετά βλέπουμε…

Η στάση του ΠΑΣΟΚ θα ήταν σεβαστή αν δεν είχε επιλέξει το κρυφτούλι, είχε από την αρχή δημοσιοποιήσει με τον πλέον επίσημο τρόπο τις αντιρρήσεις του και είχε καταθέσει σοβαρή εναλλακτική πρόταση. Ποιος ξεχνάει τις φωτογραφίες με τον τότε αρχηγό του ΠΑΣΟΚ Γ. Παπανδρέου να πρωτοστατεί στις κινητοποιήσεις των λιμενεργατών κατά της παραχώρησης τμήματος του λιμανιού του Πειραιά στην Cosco; Στη συνέχεια, βέβαια, ο σημερινός πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ευαγγ. Βενιζέλος έδωσε μέχρι και παράσημο στον πρώην επικεφαλής της Cosco κάπταιν Γουέι. Το παράσημο δεν έφερε τύχη στον Κινέζο αξιωματούχο ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε εσπευσμένα λίγες ημέρες αφότου το παρέλαβε σε ειδική τελετή στην Αθήνα.

Τώρα το ΠΑΣΟΚ επανέρχεται και εκτός από τις αντιρρήσεις για την παραχώρηση του ΟΛΘ, που αποτελεί βιλαέτι του κ. Βενιζέλου, αντιδρά και στην πώληση του ΟΛΠ, λίγες ημέρες πριν υποβληθούν οι προσφορές για το 67% των μετοχών (αύριο εκπνέει η σχετική προθεσμία). Οι απόψεις του επικεφαλής του ΟΛΠ Γ. Ανωμερίτη ήταν γνωστές από την πρώτη στιγμή. Ομως η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δεν είχε εκφραστεί τόσο σκληρά κατά της πώλησης του οργανισμού στους Κινέζους οι οποίοι φέρονται ως οι επικρατέστεροι (αν όχι οι μοναδικοί) υποψήφιοι. Μήπως οι αλλαγές στις εκλογικές ισορροπίες του Πειραιά επηρέασαν και τη στάση του κ. Βενιζέλου; Μήπως επιχειρεί να αναβάλλει το διαγωνισμό για τον ΟΛΠ ώστε να προσφέρει ρόλο στη δημοτική αρχή που θα επικρατήσει στις προσεχείς εκλογές;

Η στάση του ΠΑΣΟΚ δείχνει, πάντως, ποιος βάζει εμπόδια στα σχέδια για την ενίσχυση της θέσης της χώρας ως διαμετακομιστικού κέντρου. Πρόκειται για έναν από τους βασικούς πυλώνες του αναπτυξιακού σχεδίου που ετοιμάζεται να ανακοινώσει η κυβέρνηση την οποία στηρίζει ο κ. Βενιζέλος. Τώρα πως ακριβώς θα ενισχυθεί η θέση του Πειραιά αν παραμένει στα χέρια των κομματικών παραγόντων και των τοπικών οπλαρχηγών που ξεμυτίζουν τελευταία, για άλλους λόγους, μένει να απαντηθεί.

Επί δεκαετίες ασκούσαν τη διοίκηση του ΟΛΠ στελέχη του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, με γνωστά αποτελέσματα. Την τελευταία πενταετία η ηγεσία του κόμματος, αλλά και η κυβέρνηση, απέφυγε να συζητήσει σοβαρά τον τρόπο με τον οποίο θέλει να αναπτύξει το λιμάνι, ενώ οι Κινέζοι της Cosco αξιοποίησαν το στρατηγικό πλεονέκτημα με τεράστια αύξηση των φορτίων που μεταφέρονται. Τώρα κατάλαβαν κάποιοι στην κυβέρνηση πως κινδυνεύουμε να δώσουμε έναντι πινακίου φακής όχι μόνο τους προβλήτες containers, αλλά ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Ευρώπης στη μεταφορά επιβατών. Και χωρίς να έχουν ετοιμάσει εναλλακτική πρόταση, σκούζουν με συνθήματα προηγούμενων δεκαετιών. Εξάλλου οι ίδιοι φρόντισαν να απαξιώσουν την κρατική περιουσία και πλήθος κρατικών επιχειρήσεων. Τώρα είναι αργά, αλλά επιμένουν γιατί πιθανώς θέλουν τα ρέστα τους. Εστω σε ψήφους.

Ποια διαβούλευση;

Εγκαλούν συνεχώς οι κύριοι της κυβέρνησης την αντιπολίτευση και τοπικούς παράγοντες οι οποίοι αντιδρούν σε κάθε πρωτοβουλία που αφορά είτε στην αξιοποίηση κρατικής περιουσίας, είτε στον τρόπο που λειτουργεί ένας δημόσιος οργανισμός. «Δεν θέλουν την αλλαγή» υποστηρίζουν για να προσθέσουν το βαρύγδουπο πως «ο τόπος θα πάει μπροστά χωρίς αυτούς». Ανεξάρτητα από τη δράση των μικροσυμφερόντων και των ιδεολογικών αγκυλώσεων (προς άγρα εκλογικής πελατείας) η κυβέρνηση φαίνεται πως δίνει λαβές για κριτική εξαιτίας της απουσίας διαβούλευσης με τους πολίτες και τις τοπικές κοινωνίες για σειρά κρίσιμων θεμάτων.

Στη Βρετανία, για παράδειγμα, όταν οι δήμοι αποφάσισαν να δώσουν σε ιδιώτες τη διαχείριση των δικτύων φωτισμού προχώρησαν σε ολόκληρη εκστρατεία ενημέρωσης των πολιτών επί εβδομάδες. Δημιούργησαν ειδικές ιστοσελίδες με ερωτήσεις και απαντήσεις, έφτιαξαν ομάδες που απαντούσαν στα ερωτήματα των δημοτών, παρουσίασαν αναλυτικά στοιχεία (με συγκεκριμένους αριθμούς) για τα οφέλη.

Στην Ελλάδα ακολουθούμε τον ακριβώς αντίθετο δρόμο και στη συνέχεια αναρωτιόμαστε γιατί υπάρχουν τόσο σφοδρές αντιδράσεις και γιατί οι πολίτες είναι θύματα του κάθε παράγοντα ο οποίος πετάει φωτοβολίδες χωρίς κανείς να μπορεί να απαντήσει. Ετσι, το σχέδιο νόμου για τη λεγόμενη «μικρή ΔΕΗ» μέσω του οποίου δημιουργείται στην ουσία ένας πανίσχυρος ιδιωτικός όμιλος στο χώρο του ηλεκτρισμού ήταν σε διαβούλευση μόνο τέσσερις ημέρες! Μάλιστα, ενώ στην αρχή υπήρχε πραγματική συμμετοχή πολιτών στις διάφορες διαβουλεύσεις του opengov.gr, τώρα ελάχιστοι ασχολούνται. Είναι χαρακτηριστικό πως την πρώτη ημέρα διαβούλευσης του σχεδίου νόμου για τη «μικρή ΔΕΗ» είχε υποβληθεί μόλις τρία σχόλια αν και το θέμα αφορά περί τους 3.000 εργαζόμενους και ολόκληρες πόλεις της Βορείου Ελλάδος.

Το μικρό περιθώριο διαβούλευσης, η απουσία ουσιαστικής ενημέρωσης των πολιτών, η εμμονή των υπευθύνων για γενικόλογες διακηρύξεις αντί για την παράθεση αριθμών που δείχνουν τα οφέλη της κοινωνίας από τις αλλαγές κάνουν διπλό κακό: Πρώτον, δίνουν λαβές σε αυτούς που πράγματι δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα επειδή βολεύονται και ενίοτε πλουτίζουν από την «ελληνική ιδιομορφία». Δεύτερον, επιτρέπουν ακόμα και σε καλοπροαίρετους να μιλούν για «σκοτεινά σημεία» σε πολλά σχέδια νόμου τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν από τους αετονύχηδες. Επειδή στην κυβέρνηση γνωρίζουν πως θα υπάρξουν σοβαρές αντιδράσεις, ειδικά για θέματα όπως η «μικρή ΔΕΗ» ή η αξιοποίηση του Ελληνικού, προκαλεί εντύπωση η απουσία σχεδίου διαβούλευσης και παρουσίασης των οφελών στους πολίτες.

Το Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων στο βιβλίο με τα ρεκόρ Γκίνες

Σύντομα το Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων (ΤΑΙΠΕΔ) θα περιλαμβάνεται στο γνωστό βιβλίο με τα ρεκόρ Γκίνες. Πρόκειται για τον μοναδικό οργανισμό στον κόσμο που προωθεί πωλήσεις κρατικών περιουσιακών στοιχείων, αλλά σχεδόν σε όλους τους διαγωνισμούς εμφανίζεται ένας και μοναδικός υποψήφιος. Επιπλέον, έπειτα από σχεδόν τρία χρόνια «ιδιωτικοποιήσεων» μπορούμε να υπερηφανευόμαστε πως δεν έχει γίνει καμία επένδυση και δεν έχει δημιουργηθεί καμία θέση εργασίας! Πλην των παχυλά αμοιβόμενων συμβούλων του ΤΑΙΠΕΔ που συνήθως κρύβονται πίσω από τη γραφειοκρατία για να δικαιολογήσουν την πολυετή παραμονή τους σε κάθε σερνάμενο διαγωνισμό.

 

Μάλιστα, οι ιθύνοντες του ταμείου επικαλούνται «τη διεθνή πρακτική» και προχωρούν στην πώληση πολύτιμης κρατικής περιουσίας στον μοναδικό διεκδικητή με το επιχείρημα πως έχουν «αποτίμηση ανεξάρτητου οίκου». Ετσι ζήσαμε και το φαινόμενο να παραχωρείται κρατικό ακίνητο στον μοναδικό υποψήφιο με το επιχείρημα πως προσέφερε περισσότερα απ’ όσα υπολόγιζε ο «ανεξάρτητος οίκος». Στην πραγματικότητα ήταν μερικές χιλιάδες ευρώ περισσότερα από την αποτίμηση, με τη διαφορά να είναι τόσο μικρή που κάποιοι στην αγορά μειδιούσαν. Το ίδιο σενάριο βλέπουμε και στην περίπτωση του Ελληνικού, το σημαντικότερου ακινήτου της χώρας.

 

Εξαιτίας των γνωστών «ελληνικών ιδιομορφιών», η χώρα μας δεν κατάφερε να ακολουθήσει το κύμα ανόδου των ιδιωτικοποιήσεων ανά τον κόσμο κατά τον τελευταίο ενάμισι χρόνο. Οπως προκύπτει από τα στοιχεία του «Βαρομέτρου Ιδιωτικοποιήσεων» που εκδίδει κάθε χρόνο το ιταλικό ινστιτούτο Fondazione Eni Enrico Mattei (FEEM) με τη συνεργασία της KPMG, το 2012 και στο πρώτο εξάμηνο του 2013 τα έσοδα των κυβερνήσεων από ιδιωτικοποιήσεις υπερδιπλασιάστηκαν, αλλά η Ελλάδα είχε πενιχρά οφέλη. Οι περισσότεροι διαγωνισμοί είτε έχουν βαλτώσει, είτε προχωρούν με το γνωστό μοντέλο του ενός ενδιαφερόμενου με αποτέλεσμα τα κρατικά ταμεία να έχουν πενιχρά οφέλη και οι τυχεροί αγοραστές ελπίδες για παχυλές υπεραξίες.

 

Οσοι θεωρούν πως είναι προτιμότερο να παραχωρούνται τα ακίνητα κοψοχρονιά παρά να επιβαρύνεται το δημόσιο ταμείο με τη συντήρησή τους ή να οδηγούνται σε περαιτέρω απαξίωση δεν έχουν άδικο. Αρκεί να υπήρχαν δεσμεύσεις, τόσο από πλευράς κρατικών υπηρεσιών, όσο και από πλευράς αγοραστών, πως θα προχωρήσουν εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου τις επενδύσεις ώστε να υπάρξει ουσιαστικό όφελος από τις ιδιωτικοποιήσεις. Ομως η πολιτική εξουσία αρνείται να προχωρήσει τις αλλαγές που θα περιορίσουν τη γραφειοκρατία και θα εμφυσήσουν στη δημόσια διοίκηση την έννοια της ευθύνης. Ετσι δε μπορεί να ζητήσει δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα από τους επενδυτές. Οσο καλή διάθεση και να έχουν οι τελευταίοι, συνήθως σκοντάφτουν σε κάποιο πιστοποιητικό, μια μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, μια προσφυγή «επιτροπής κατοίκων», κλπ.

 

Είναι, επίσης, αλήθεια πως επειδή το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων προωθείται με τη συνήθη ελληνική προχειρότητα δεν υπάρχουν και «μαξιλάρια» ώστε το ΤΑΙΠΕΔ να «πατήσει πόδι» και να ακυρώσει έναν διαγωνισμό με την προσδοκία πως θα τον ξεκινήσει σε καλύτερες ημέρες. Με το άλλοθι της συνεχούς πίεσης για έσοδα, ξεπουλάμε στις εκπτώσεις με τυχαία σειρά και σε τυχαία τιμή. Α, ξέχασα, υπάρχει η ανεξάρτητη αποτίμηση. Με ανεξάρτητες αποτιμήσεις φτιάχνονται οι νέοι ολιγάρχες υποστηρίζουν οι κακοπροαίρετοι…

 

Δημοσιεύθηκε στη «δημοκρατία»

Γιατί δεν θα πωληθεί η ΔΕΗ (ή θα πωληθεί μισοτιμής)

 

«Η ΔΕΗ είτε δεν θα πωληθεί, είτε θα πωληθεί με προκλητικά χαμηλό τίμημα με ευθύνη των αρμοδίων για την προώθηση του σχεδίου ιδιωτικοποίησης, αλλά και εξαιτίας του αρνητικού επενδυτικού κλίματος για τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές εταιρείες». Πρόκειται για προβλέψεις ανθρώπων που παρακολουθούν τις αργόσυρτες διαδικασίες ανοίγματος της ελληνικής αγοράς ενέργειας και τις μεγάλες καθυστερήσεις στην επίλυση κρίσιμων προβλημάτων όπως η «μαύρη τρύπα» των χρεών που σήμερα αγγίζει το ένα δισ. ευρώ. Οι ίδιοι παράγοντες θεωρούν δεδομένη την αναβολή του σχεδίου για τη δημιουργία της λεγόμενης «μικρής ΔΕΗ» στην οποία θα μεταφέρονταν μονάδες της ΔΕΗ προκειμένου στη συνέχεια να πωληθούν μέσω διαγωνισμού που θα προκηρύσσονταν στο δεύτερο εξάμηνο του έτους.

Οπως εξηγούν, το γεγονός πως αποσύρθηκε όπως – όπως η τροπολογία για το ασφαλιστικό της ΔΕΗ δείχνει πως είναι αδύνατο να περάσει από τη Βουλή το σχέδιο για τη «μικρή ΔΕΗ» αφού θα υπάρξουν αντιδράσεις από βουλευτές. Μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει καμία προετοιμασία των τοπικών κοινωνιών, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, που εδώ και δεκαετίες έχουν αναπτύξει στενές σχέσεις (εργασιακές, κλπ) με τη ΔΕΗ. Συνεπώς, «κανένας τοπικός βουλευτής δεν πρόκειται να εμφανιστεί υπέρ ενός σχεδίου πώλησης μονάδων της τελευταίας όταν επικρατεί μαύρο σκοτάδι για την επόμενη ημέρα, δηλαδή για την εποχή που οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής ανήκουν σε ιδιώτες» υποστηρίζουν στελέχη της ενεργειακής αγοράς.

Γι’ αυτό και δεν πρόκειται να επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις συνδικαλιστικών στελεχών της ΔΕΗ σύμφωνα με τις οποίες, σε λίγες εβδομάδες και αφού ψηφιστεί το σχέδιο νόμου για την πώληση του ΑΔΜΗΕ (που ελέγχει τα δίκτυα υψηλής τάσης) θα παρουσιαστεί νομοσχέδιο για τη «μικρή ΔΕΗ». Με την κυβέρνηση να κινείται σε τεντωμένο σκοινί (το σχέδιο νόμου για ΑΔΜΗΕ ψηφίστηκε την Τετάρτη από 151 βουλευτές έπειτα από ονομαστική ψηφοφορία), η ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος μάλλον θα ξεχάσει το θέμα πώλησης μονάδων ηλεκτροπαραγωγής. Ειδικά όταν βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο ενόψει δημοτικών εκλογών, με πρόσφατες τις εικόνες από δημάρχους (π.χ. Πτολεμαϊδα) να ηγούνται συλλαλητηρίων κατά της πώλησης του ΑΔΜΗΕ.

Παρά τις πιέσεις που ασκούνται από τους ιδιώτες παραγωγούς ηλεκτροπαραγωγής οι οποίοι θεωρούν πως μόνο με την απελευθέρωση της αγοράς θα επιβιώσουν, αλλά και θα στηριχθεί η ίδια η ΔΕΗ, το σχέδιο των τριών σταδίων για πώληση της τελευταίας σκοντάφτει. Το πρώτο στάδιο είναι η πώληση του 66% του ΑΔΜΗΕ που ψηφίστηκε μεν από τη Βουλή, αλλά είναι άγνωστο πότε θα προκηρυχθεί ο διαγωνισμός αφού εκκρεμεί το θέμα με το ασφαλιστικό των υπαλλήλων της ΔΕΗ. Το δεύτερο στάδιο είναι η «μικρή ΔEH», μια εταιρεία στην οποία θα μεταβιβαστεί το 30% του παραγωγικού και εμπορικού χαρτοφυλακίου της σημερινής ΔEH, δηλαδή παραγωγικές μονάδες συνολικής ισχύος 2.400 MW, εκ των οποίων τα 1.400 MW αντιστοιχούν σε λιγνιτικές μονάδες, μαζί με τα ορυχεία λιγνίτη που τις τροφοδοτούν, και τα υπόλοιπα σε υδροηλεκτρικούς σταθμούς. Στο τρίτο στάδιο θα πωλούνταν σε στρατηγικό επενδυτή το 17% της ΔΕΗ που σήμερα ελέγχεται από το Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων (ΤΑΙΠΕΔ).

Οσοι θεωρούν πως η ΔΕΗ μπορεί να μείνει στο ράφι ή να πωληθεί κοψοχρονιά υπενθυμίζουν ένα πρόσφατο δημοσίευμα του περιοδικού Economist για την τύχη των αντίστοιχων ογκόλιθων της ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, στις 16 Ιουνίου 2013 η τιμή χονδρικής στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Γερμανίας έπεσε στο -100 ευρώ ανά μεγαβατώρα (Mwh). Δηλαδή οι εταιρείες παραγωγής ενέργειας έπρεπε να πληρώσουν 100 ευρώ για να πωλήσουν το παραγόμενο ηλεκτρικό ρεύμα! Η ραγδαία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) και στη Γερμανία είχε δημιουργία υπερβάλλουσα προσφορά με τη ζήτηση να είναι περιορισμένη εκείνη την ημέρα. Ετσι έπρεπε να πληρώσεις για να πωλήσεις.

Τα ίδια προβλήματα αντιμετωπίζουν και οι άλλοι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι της Ευρώπης οι οποίοι καλούνται να λειτουργήσουν στο νέο ευμετάβλητο περιβάλλον που δημιούργησε η ανάπτυξη των ΑΠΕ. Κολοσσοί όπως η ΔΕΗ βλέπουν να επιβαρύνονται με ζημιές από τις παραδοσιακές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής την ίδια ώρα που το δημόσιο επιδοτεί τις ΑΠΕ. Η κατάσταση αποτυπώνεται και στη χρηματιστηριακή αξία των εταιρειών. Λίγο πριν την κρίση του 2008, οι 20 μεγαλύτεροι ενεργειακοί όμιλοι της Ευρώπης είχαν συνολική χρηματιστηριακή αξία περί το ένα τρισεκατομμύριο ευρώ. Σήμερα έχει περιοριστεί σε κάτι λιγότερο από 500 δισεκατομμύρια ευρώ. Το 2008, γράφει ο Economist, και οι 10 μεγαλύτεροι όμιλοι ηλεκτροπαραγωγής της Ευρώπης είχαν πιστοληπτική αξιολόγηση ανώτερη του Α. Σήμερα μόνο οι πέντε τη διατηρούν.

Η μεγαλύτερη εταιρεία ηλεκτροπαραγωγής της Γερμανίας, η E.ON (γνωστή μας από τη συμμετοχή στον αγωγό φυσικού αερίου TAP) είδε τη μετοχή της να βυθίζεται τα τελευταία χρόνια, ενώ τα έσοδά της από την παραδοσιακή ηλεκτροπαραγωγή (με καύσιμο λιγνίτη, φυσικό αέριο και πυρηνική ενέργεια) μειώθηκαν περισσότερο από 30% την τελευταία τριετία. Την ίδια πτώση κατέγραψαν και τα έσοδα του δεύτερου μεγαλύτερου γερμανικού ομίλου, της RWE. Οι αναλυτές υποστηρίζουν πως οι παραδοσιακοί ενεργειακοί όμιλοι της Γηραιάς Ηπείρου επένδυσαν την προηγούμενη δεκαετία σε νέες μονάδες αυξάνοντας την παραγωγική τους δυναμικότητα κατά 16% (μόνο με τις μονάδες λιγνίτη, φυσικού αερίου, κλπ). Η ζήτηση, όμως, δεν αυξήθηκε με τους ίδιους ρυθμούς. Αντίθετα προβλέπεται πως θα μειώνεται (όπως συνέβη στην Ελλάδα) μέχρι το 2015. Την ίδια περίοδο, η έκρηξη των ΑΠΕ δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις καθώς ανατρέπει ολόκληρο το μοντέλο λειτουργίας των βραδυκίνητων παραδοσιακών ομίλων.

Οι αναλυτές προβλέπουν πως η κατάσταση θα χειροτερέψει για τους πάλαι ποτέ κολοσσούς της ηλεκτροπαραγωγής. Οπως επισημαίνουν, αν όλα αυτά συμβαίνουν όταν οι ΑΠΕ καλύπτουν το 22% της ζήτησης ενέργειας στη Γερμανία, τι θα συμβεί στην περίπτωση που το μερίδιό τους φτάσει το 35%; Το ίδιο ισχύει και για αγορές όπως η Ελλάδα η οποία δοκιμάζεται από την ταχεία ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών και της αδυναμίας του δημοσίου να πληρώσει τις παχυλές επιδοτήσεις στους παραγωγούς ενέργειας από ΑΠΕ. Αν στο συγκεκριμένο κλίμα προστεθεί και η χαοτική κατάσταση από πλευράς ρύθμισης στην Ελλάδα, η ισχύς των συνδικάτων και οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών, το σχέδιο «πώληση της ΔΕΗ» δείχνει δύσκολο, σχεδόν καταδικασμένο.

Δημοσιεύθηκε στην «κυριακάτικη δημοκρατία»

Ασκήσεις φθηνού πατριωτισμού από Χρυσοχοϊδη

Στο Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων (ΤΑΙΠΕΔ) παραμένει το δικαίωμα αξιοποίησης των μελλοντικών εσόδων του δημοσίου από τυχόν επέκταση των συμβάσεων της Αττικής Οδού και της ζεύξης Ρίου – Αντιρρίου, τα μελλοντικά έσοδα από τους πέντε οδικούς άξονες που εκτελούνται με συμβάσεις παραχώρησης, καθώς και τα μελλοντικά έσοδα από την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού. Το αστείο της υπόθεσης είναι πως σχεδόν κάθε εβδομάδα ο υπουργός Υποδομών Μιχ. Χρυσοχοϊδης εξαγγέλλει, όπως έπραξε και την Παρασκευή, πως «οι συμβάσεις βγαίνουν από το ΤΑΙΠΕΔ».
Πριν επαναλάβει τις ασκήσεις φτηνού πατριωτισμού, ο κ. Χρυσοχοϊδης  πρέπει να διαβάσει την απόφαση της διυπουργικής επιτροπής αποκρατικοποιήσεων που και ο ίδιος υπογράφει (να μην την πατήσει, όπως είχε ομολογήσει πως είχε πάθει με το πρώτο μνημόνιο το οποίο δεν είχε διαβάσει…) γιατί όποιος τη διαβάσει καταλαβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ο υπουργός Υποδομών δεν έχει διαβάσει και τον ιδρυτικό νόμο του ΤΑΙΠΕΔ σύμφωνα με τον οποίο όσα περιουσιακά στοιχεία περάσουν στο Ταμείο, δε μπορούν να επιστραφούν, αλλά μόνο να πωληθούν.
Με την απόφαση της διυπουργικής επιτροπής αποκρατικοποιήσεων, που ελήφθη στις 28 Νοεμβρίου, ουσιαστικά τροποποιούνται παλαιότερες ρυθμίσεις για τα έσοδα από τους πέντε οδικούς άξονες (Ολυμπια Οδός, Μαλιακός – Κλειδί, Ιονια Οδός και Αξονας Κεντρικής Ελλάδας και Κόρινθος – Τρίπολη – Καλαμάτα). Προβλέπεται, δηλαδή, πως το ΤΑΙΠΕΔ θα μπορεί να συζητήσει για έσοδα από τους οδικούς άξονες αφού καλυφθούν οι απαιτήσεις που προβλέπουν οι αναμορφωμένες συμβάσεις παραχώρησης που κατατέθηκαν στη Βουλή την Παρασκευή. Στις νέες συμβάσεις περιλαμβάνεται η ρήτρα του «μηχανισμού ανακύκλωσης» των εσόδων από διόδια. Με βάση τη συγκεκριμένη ρήτρα, το δημόσιο και το ΤΑΙΠΕΔ θα έχουν λαμβάνειν μόνο αφού εξασφαλιστούν οι δαπάνες κατασκευής και λειτουργίας των δρόμων, πληρωθούν τα δάνεια και αφού οι παραχωρησιούχοι πάρουν το κέρδος που προβλέπουν οι συμβάσεις.
Να και η απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής η οποία σύμφωνα με τον κ. Χρυσοχοϊδης «βγάζει τους οδικούς άξονες από το ΤΑΙΠΕΔ». Για πατριωτικούς λόγους πάντα.

ΟΔΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ

Κάποτε υπήρχε ένα πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων

Τώρα που τελείωσε – κάπως απότομα λόγω αποπομπής Στ. Σταυρίδη – το πανηγύρι για τη συμφωνία πώλησης του ΟΠΑΠ και η πραγματικότητα επιστρέφει αμείλικτη από τις καλοκαιρινές διακοπές, στο Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων (ΤΑΙΠΕΔ) ετοιμάζονται να αντιμετωπίσουν τους δανειστές που έρχονται με άγριες διαθέσεις το Σεπτέμβριο. Τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις αποτέλεσαν το «μαξιλάρι» του σχεδίου χρηματοδότησης της χώρας και την τελευταία τριετία έχουν γίνει ελατήριο. Ξεκίνησαν από το απίστευτο ποσό των 50 δισ. στην πενταετία (αυτό το νούμερο χρειάζονταν οι σεφ της τρόικας για να φαίνεται βιώσιμο το χρέος) και προσγειώθηκαν στα 20 δισ. ενώ κάθε τρίμηνο αλλάζουν οι στόχοι προς τα κάτω.

Κάθε φορά που αλλάζει το μνημόνιο μπαίνει και ένα νέο νούμερο ως στόχος εσόδων από ιδιωτικοποιήσεις και έτσι βγαίνει η εξίσωση του «βιώσιμου» ελληνικού χρέους. Οταν ο στόχος δεν επιτυγχάνεται, όπως όλοι γνώριζαν από την αρχή, η Ελλάδα εγκαλείται και μπαίνει ένα άλλο νούμερο, περισσότερο ρεαλιστικό, κ.ο.κ. Δε χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για γνωρίζει πως σοβαροί επενδυτές από το δυτικό κόσμο δύσκολα θα έρχονταν σε μια χώρα η οποία βρίσκεται ακόμα μεταξύ σφύρας και άκμονος. Το αποδεικνύει και το προφίλ των περισσότερων από όσους συμμετέχουν στους διαγωνισμούς του ΤΑΙΠΕΔ. Ούτε πρέπει να είναι ειδικός για να προβλέψει πως με αυτό το κλίμα η Ελλάδα δύσκολα θα πετύχει καλές τιμές κατά την πώληση πολύτιμων περιουσιακών στοιχείων, ακόμα και οργανισμών που έχουν μονοπωλιακή θέση στην αγορά τους.

Εχουμε φτάσει στο σημείο να ανεχόμαστε δηλώσεις (π.χ. Ρώσων αξιωματούχων) σύμφωνα με τις οποίες η ΤΡΑΙΝΟΣΕ, το μονοπώλιο στις σιδηροδρομικές μεταφορές, κοστίζει μόλις 30.000.000 ευρώ! Για τόσο χαμηλό τίμημα είναι προτιμότερο η εταιρεία να παραμείνει στο δημόσιο. Κάποιοι θα αρχίσουν να ψελλίζουν για τις επενδύσεις που δήθεν θα κάνουν οι ιδιώτες επενδυτές, ενώ γνωρίζουν πως στις περισσότερες περιπτώσεις (το δείχνει και η διεθνής εμπειρία) θα κάνουν το αντίθετο: Περικοπές και αποψίλωση των εταιρειών που αγοράζουν με στόχο το γρήγορο κέρδος. Αφού «φορτώσουν» την εταιρεία με τα δάνεια που πήραν για την εξαγορά της, στη συνέχεια υποστηρίζουν πως δεν έχουν κέρδη και εξαγγέλλουν αυξήσεις τιμολογίων.

Ακόμα και η μοναδική ελπίδα που είχε η χώρα για επενδύσεις, μέσω της παραχώρησης ακινήτων – φιλέτων ανά την Ελλάδα, σκοντάφτει στη χρόνια αδιαφορία (απαιτούνται μήνες για το «ξεκαθάρισμα» των ακινήτων από καταπατητές, κλπ) και στα μικροσυμφέροντα. Εδώ εντοπίστηκε ολόκληρο πεντάστερο ξενοδοχείο εντός εκτάσεων που πρόκειται να παραχωρηθεί από το ΤΑΙΠΕΔ σε ιδιώτες. Σε μια άλλη περίπτωση έχουν κτιστεί εκατοντάδες κατοικίες εντός παραλιακής κρατικής έκτασης, χωρίς να ασχοληθούν οι αρμόδιοι επί δεκαετίες. Με φωτογραφικές αποφάσεις, υπουργοί και τοπικοί άρχοντες παραχωρούσαν σε φίλους και γνωστούς την εκμετάλλευση πολύτιμων εκτάσεων.

Το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων δε βγαίνει. Ούτε σε επίπεδο εσόδων, ούτε σε επίπεδο επενδύσεων. Απλώς θα αποτελέσει το άλλοθι για νέα μέτρα από το φθινόπωρο.