Το υπερ-ταμείο και τα μαθήματα από τις ιδιωτικοποιήσεις στη Γερμανία

Η γερμανική πλευρά φέρεται να πίεσε για τη δημιουργία ενός μεγάλου υπερ-ταμείου κρατικής περιουσίας προς πώληση, την ίδια στιγμή που ένας γερμανικός όμιλος, η Fraport, επωφελείται με την απόκτηση ενός από τα λίγα «φιλέτα», τα ελληνικά περιφερειακά αεροδρόμια.

Ομως, το μοντέλο που ακολούθησε το Βερολίνο στις αρχές τις δεκαετίας του ’90 με τις αποκρατικοποιήσεις, μέσω της περίφημης Treuhandastalt (Treuhand) αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή. Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζει ο Vladimiro Giacche, πρόεδρος του ιταλικού Centro Europa Ricerche (CER), με άρθρο του στην τελευταία έκδοση του «Βαρομέτρου Ιδιωτικοποιήσεων». Το «Βαρόμετρο» (Privatisation Barometer) εκδίδεται κάθε χρόνο από το ιταλικό Fondazione Eni Enrico Mattei (FEEM) σε συνεργασία με την εταιρεία συμβούλων / ελεγκτών KPMG.

Ο Giacche προ διετίας κυκλοφόρησε ένα βιβλίο («Anschluss, η προσάρτηση: Η ενοποίηση της Γερμανίας και το μέλλον της Ευρώπης) με το οποίο αποδομεί λεπτομερώς τον μύθο της επιτυχημένης ενοποίησης και υποστηρίζει πως η οικονομική πολιτική της Γερμανίας μετά το 1989 υπήρξε καταστροφική για την παραγωγική βάση και τον κοινωνικό ιστό της πρώην Ανατολικής Γερμανίας.

Με το άρθρο επικεντρώνεται στις ιδιωτικοποιήσεις της περιόδου 1990 – 94 μέσω της Treuhand και επισημαίνει πως α). ο μεγάλος αριθμός περιουσιακών στοιχείων που πωλούνταν ταυτόχρονα οδήγησε σε κατάρρευση τιμών και σε ξεπούλημα, β). οι πωλήσεις κρατικών περιουσιακών στοιχείων έγιναν χωρίς ουσιαστικό έλεγχο από τους πολίτες, γ). πως οι Γερμανοί οι οποίοι πιέζουν σήμερα για ανοικτούς διαγωνισμούς κατάφεραν την περίοδο 1990 – 1994, μέσω κλειστών διαδικασιών, να πωλήσουν το 87% των περιουσιακών στοιχείων σε Δυτικογερμανούς επιχειρηματίες και επιχειρήσεις, δ). πως διασώθηκαν ή πωλήθηκαν μόνο όσες εταιρείες της πρώην Ανατολικής Γερμανίας δεν ανταγωνίζονταν επιχειρήσεις της Δυτικής, όπως παραδέχθηκε και στέλεχος της Treuhand στο πλαίσιο της εξεταστικής επιτροπής που συστήθηκε το 1993 με απόφαση του Γερμανικού Κοινοβουλίου, ε). πως δεν υπήρξε ουσιαστικός έλεγχος των ιδιωτών που απέκτησαν την κρατική περιουσία με αποτέλεσμα ενώ είχαν υπάρξει δεσμεύσεις για επενδύσεις 200 δισ. μάρκα (100 δισ. ευρώ) τελικά πραγματοποιήθηκαν μόλις 10 δισ. μάρκα (5 δισ. ευρώ)!

Ο Giacche, ο οποίος δηλώνει πως δεν είναι αντι-Γερμανός αλλά ασκεί σκληρή κριτική στην οικονομική πολιτική του Βερολίνου, υποστηρίζει στο άρθρο πως η Treuhand κατείχε μεταξύ 1990 και 1994 (οπότε και έκλεισε) 8.500 εργοστάσια και άλλες επιχειρήσεις της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, 20.000 καταστήματα, 7.500 εστιατόρια, 900 βιβλιοπωλεία, 1.854 φαρμακεία, 30.700.000 στρέμματα γης και δασικών εκτάσεων και άλλα ακίνητη περιουσία 25 δισεκατομμυρίων τετραγωνικών μέτρων. Ενας στους δύο εργαζομένους στην πρώην Ανατολική Γερμανία εργάζονταν στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις.

Οταν ιδρύθηκε η Treuhand είχε αναφερθεί πως τα περιουσιακά της στοιχεία προσέγγιζαν κατ’ εκτίμηση τα 600 δισ. μάρκα (300 δισ. ευρώ). Ομως, όταν στις 31 Δεκεμβρίου 1994 έκλεισε ο οργανισμός ιδιωτικοποιήσεων υπολογίστηκε πως είχε συσσωρεύσει ζημιές 256 δισ. μάρκων (128 δισ. ευρώ) με τον Ιταλό οικονομολόγο να υποστηρίζει πως η συνολική ζημιά από τη δραστηριότητά της έφτασε τα 900 δισ. μάρκα (450 δισ. ευρώ), χωρίς να στηρίξει τον παραγωγικό ιστό της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ο οποίος και διαλύθηκε.

Στο άρθρο επισημαίνεται πως τα αποτελέσματα της Treuhand ήταν πενιχρά έως αρνητικά επειδή ο ιδρυτικός της νόμος ανέφερε πως «η κρατική περιουσία πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί». Συνεπώς δόθηκε περισσότερο βάρος στην πώληση επιχειρήσεων, κλπ, και όχι στην αναδιάρθρωση ή διάσωσή τους. Ετσι, κατά τον Giacche, πωλήθηκαν έναντι πινακίου φακής (αφού ήταν προβληματικές) και επιχειρήσεις οι οποίες θα μπορούσαν να διασωθούν αν υπήρχε σχέδιο. Οπως γράφει, «σε πολλές περιπτώσεις υπήρχαν δύο εναλλακτικές: το εσπευσμένο λουκέτο ή η εσπευσμένη ιδιωτικοποίηση».

Ενα άλλο ενδιαφέρον σημείο του άρθρου επικενρώνεται στον τρόπο με τον οποίο ιδιωτικοποιήθηκαν οι χιλιάδες επιχειρήσεις και ακίνητα που ήταν στο χαρτοφυλάκιο της Treuhand. Οπως επισημαίνεται, οι περισσότερες έγιναν με «ιδιωτική τοποθέτηση» και όχι με διαγωνισμούς. Ετσι η Treuhand κατάφερε να πωλήσει το 87% των περιουσιακών της στοιχείων σε γερμανικούς ομίλους ή επιχειρηματίες. Από την άλλη πλευρά, όμως, η συγκεκριμένη στρατηγική περιόρισε τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις και επέτρεψε να αναπτυχθούν φαινόμενα διαφθοράς. Για παράδειγμα, στελέχη του υποκαταστήματος της Treuhand στη Χάλλε (τη μεγαλύτερη πόλη στο γερμανικό κρατίδιο της Σαξωνίας- ‘Ανχαλτ) είχε δημιουργήσει συμμαχία με γνωστούς εγκληματίες με στόχο την ενθυλάκωση κρατικών περιουσιακών στοιχείων. Το 1994 ο τότε υπουργός Οικονομικών Waigel, απαντώντας σε σχετική ερώτηση στο Γερμανικό Κοινοβούλιο, είχε υποστηρίξει πως η ζημιά λόγω της δράσης εγκληματιών στις ιδιωτικοποιήσεις έφτασε το 1,5 δισ. ευρώ, ενώ άλλοι την ανεβάζουν σήμερα στα 12,5 δισ. ευρώ.

Η βιασύνη στην πώληση της κρατικής περιουσίας έπαιξε, επίσης, εξαιρετικά αρνητικό ρόλο κατά τον Giacche. Υπενθυμίζει τις δηλώσεις της Birgit Breuel (διαδέχθηκε στην προεδρία της Treuhand τον Detlev Karsten Rohwedder που δολοφονήθηκε από αγνώστους την 1η Απριλίου 1991) σύμφωνα με τις οποίες: «Μέσα σε μόλις τέσσερις μήνες πωλήσαμε περίπου 1.000 εταιρείες. Η κα Θάτσερ (σ.σ. η πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας) πώλησε μόλις 25 εταιρείες σε δύο χρόνια και η γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση χρειάζεται έναν χρόνο για να πωλήσει μία εταιρεία». Τα υψηλά μπόνους που έλαβαν τα στελέχη της Treuhand με την επίτευξη συγκεκριμένου αριθμού ιδιωτικοποιήσεων οδήγησαν τελικά σε μαζικές πωλήσεις και χαμηλές τιμές, υποστηρίζει ο ίδιος αναλυτής.

Δημοσιεύθηκε στη «Δημοκρατία»

Please follow and like us:

Κανείς δεν ήξερε για το «καρτέλ» των εργολάβων

Επί σχεδόν έξι χρόνια, την περίοδο που εφαρμόστηκε ο περίφημος μαθηματικός τύπος επιλογής αναδόχου στα δημόσια έργα, οι προσφορές στους περισσότερους διαγωνισμούς γράφονταν με το ίδιο χέρι, χωρίς να κάνουν τίποτα τα υπουργεία, οι άλλοι κρατικοί φορείς, οι εκπρόσωποι του Τεχνικού Επιμελητηρίου (ΤΕΕ) και τα άλλα μέλη των επιτροπών αξιολόγησης, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κλπ.

Μόνο μία από τις μεγάλες εφημερίδες (η «Καθημερινή») και ένας δημοσιογράφος (η αφεντομουτσουνάρα μου, εργαζόμενος τότε στο Φάληρο) έγραφαν για όσα συμβαίνουν στους διαγωνισμούς εκείνη τη λαμπρή περίοδο του «εκσυγχρονισμού» που η χώρα κάλπαζε προς «τη σύγκλιση» με την πλούσια Ευρώπη! Στην πραγματικότητα πήγαινε καρφί για τη χρεοκοπία.

Με την προχθεσινή της ανακοίνωση, η Επιτροπή Ανταγωνισμού παραδέχθηκε πως χρειάστηκε σχεδόν δύο δεκαετίες για να διαπιστώσει το προφανές: Για πολλά χρόνια οι εργολάβοι, όχι μόνο οι ισχυροί αλλά και στα μικρότερα έργα, είχαν χωριστεί σε «συμμετέχοντες» και «ενδιαφερόμενους». Οι «συμμετέχοντες» απλώς κατέθεταν προσφορές ώστε μέσω του μαθηματικού τύπου να πάρει το έργο ο «ενδιαφερόμενος»!

Η απαξίωση του κλάδου είχε φτάσει μέχρι του σημείου να κατατίθενται οι προσφορές, ακόμα και σε σακούλες σκουπιδιών από έναν εργολάβο με τις υπηρεσίες να σφυρίζουν αδιάφορα. Εταιρείες συγκεκριμένης κατηγορίας του εργοληπτικού πτυχίου είχαν μάλιστα ιδρύσει και κοινή επιχείρηση, με αντικείμενο την «παραγωγή των προσφορών»! Στο ΦΕΚ ίδρυσης της εταιρείας, στο Δ.Σ. της οποίας συμμετείχαν στελέχη τεχνικών εταιρειών, αναφέρονταν ως αντικείμενο η «παραγωγή φωτοτυπιών», κλπ.

Είναι, επίσης, γνωστές οι καταγγελίες που είχαν γίνει στη Βουλή, χωρίς να επιβεβαιωθούν, περί υπεράκτιας εταιρείας που χρησιμοποιούνταν ώστε να μοιράζεται το περίφημο «κολόκουρο», η αμοιβή στις εταιρείες που συμμετείχαν ώστε να πάρει το έργο κάποια συγκεκριμένη.

Η Επιτροπή εξέτασε και καταγγελίες για προσυμφωνημένες προσφορές των τεχνικών εταιρειών τα τελευταία χρόνια, μετά την κατάργηση του μαθηματικού τύπου. Επειδή δε γνωστοποίησε λεπτομέρειες των ευρημάτων της, είναι άγνωστο αν εντόπισε κάτι συγκεκριμένο.

Στην αγορά κατασκευών δε χρειάζονταν το πόρισμα της Επιτροπής Ανταγωνισμού για να καταλάβουν πως η εκτεταμένη διαφθορά οδήγησε τελικά στην καταστροφή του κατασκευαστικού κλάδου ο οποίος τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει σωρευτικές ζημιές που αγγίζουν τα 2,5 δισ. ευρώ. Χρειάστηκε, βέβαια, και η μεσολάβηση των περίφημων συγχωνεύσεων στις αρχές της δεκαετίας του 2000 που οδήγησαν στη δημιουργία θνησιγενών ομίλων οι περισσότεροι από τους οποίους βούλιαξαν μέσα σε 2 – 3 χρόνια.

Μάλιστα, μεταξύ των περίπου 45 ελληνικών και ξένων εταιρειών (περιλαμβάνεται ακόμα και μια …πρώην τράπεζα, η Αγροτική!) που εγκαλεί η Επιτροπή Ανταγωνισμού υπάρχουν και πολλές επιχειρήσεις που έχουν κλείσει ή είναι σχεδόν κλειστές (όπως η ΕΡΓΑΣ του Γιώργου Μπατατούδη, η ΑΤΤΙΚΑΤ του Παναγιώτη Πανούση) ή είναι στην ουσία εταιρείες – σφραγίδες.

Την περίοδο της ευμάρειας και του μαθηματικού τύπου, ουδείς είχε συμφέρον να παρέμβει. Τώρα οι ρημαγμένοι από την κρίση κατασκευαστικοί όμιλοι κινδυνεύουν με πρόστιμα τα οποία θα τις οδηγήσουν σε οριστικό λουκέτο.

Η καθυστερημένη, κατά σχεδόν 20 χρόνια, παρέμβαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού έγινε μετά από καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Ενωση εργολάβου που σήμερα έχει βγει εκτός αγοράς. Η Επιτροπή, κλιμάκια της οποίας πραγματοποίησαν προ τριετίας εφόδους σε γραφεία τεχνικών εταιρειών, αξιοποίησε όμως τον Κωνσταντίνο Στέγγο του ομίλου Τεχνική Ολυμπιακή που «κελάηδησε» ώστε να αποφύγει τα πρόστιμα, αν επιβληθούν.

Οι διοικήσεις των τεχνικών εταιρειών υποστηρίζουν πως αδίκως κατηγορούνται καθώς το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο στα δημόσια έργα στην ουσία επιβάλλει τις συνεργασίες. Εδώ και μήνες ζητούν από την κυβέρνηση νομοθετική ρύθμιση ώστε να αντιμετωπίσουν το πόρισμα της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Σε διαφορετική περίπτωση έχουν επισημάνει πως «θα παραδώσουν τα κλειδιά» των εταιρειών τους που απασχολούν χιλιάδες εργαζόμενους.
Όλα θα κριθούν από την ενδεχόμενη νομοθετική ρύθμιση και τις τελικές αποφάσεις της Επιτροπής. Η ακρόαση των εταιρειών έχει προγραμματιστεί για τις 21 Ιουλίου.

Μία μικρότερη έκδοση του κειμένου δημοσιεύθηκε σήμερα στη «δημοκρατία»

Please follow and like us:

Κάποτε υπήρχαν και καζίνο

Σε αναβρασμό και σε φάση πλήρους αναδιάρθρωσης βρίσκεται η ελληνική αγορά καζίνο την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση καλείται να αποφασίσει την τύχη της άδειας καζίνο που πρέπει να παραχωρήσει στο σχήμα υπό την Lamda Development που έχει αναλάβει τη διαχείριση του Ελληνικού. Με τα εννέα εν λειτουργία καζίνο της χώρας να εμφανίζουν αρνητική καθαρή θέση της τάξης των 400.000.000 ευρώ, με τα περισσότερα (μόνο το Καζίνο Πάρνηθας και Θεσσαλονίκης πληρώνουν κανονικά) να έχουν ρυθμίσει τις τεράστιες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το δημόσιο και αρκετά να ζητούν μετεγκατάσταση σε άλλες περιοχές, η κυβέρνηση αποφεύγει να ασχοληθεί με τα καυτά μέτωπα.

Τώρα αποδεικνύεται, όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς τυχερών παιχνιδιών, πως οι περισσότερες άδειες καζίνο μοιράστηκαν χαριστικά, χωρίς επαρκή μελέτη για τις δυνατότητες ανάπτυξης. Είναι χαρακτηριστικό πως είχε δοθεί άδεια καζίνο στη Φλώρινα η οποία απεσύρθη και το ελληνικό δημόσιο έχει πληρώσει αποζημιώσεις δεκάδων εκατομμυρίων στους κληρονόμους του μακαρίτη επιχειρηματία Πέτρου Τόττη. Μεγάλη αποζημίωση κλήθηκε να πληρώσει και στην εταιρεία που είχε επικρατήσει στη διαδικασία για την άδεια καζίνο στο Φλοίσβο.

Την ίδια στιγμή δεν υπάρχουν, ούτε προβλέπονται, άδειες καζίνο σε τουριστικές περιοχές της χώρας όπως η Μύκονος και άλλοι δημοφιλείς διεθνείς προορισμοί στο Αιγαίο, καθώς και η Κρήτη. Μάλιστα στην Κρήτη είχε προβλεφθεί μία άδεια καζίνο, αλλά με τροπολογία σε άσχετο σχέδιο νόμου προ ετών ανακλήθηκε και αυτή η δυνατότητα.

Σήμερα, πάντως, η αγορά βρίσκεται σε αναβρασμό, κυρίως επειδή εξετάζεται η παροχή άδειας καζίνο στο Ελληνικό και επειδή το δημόσιο έχει δυνατότητες ελιγμών επειδή έχει λήξει η περίοδος αποκλειστικότητας για όλα τα καζίνο ανά την Ελλάδα. Η τεράστια συρρίκνωση της αγοράς κινητοποιεί επίσης τους επιχειρηματίες του κλάδου. Τα ακαθάριστα έσοδα των 9 καζίνο της χώρας υποχώρησαν από 780.000.000 ευρώ το 2007 σε περίπου 275.000.000 ευρώ το 2014, σύμφωνα με στοιχεία της Επιτροπής Ελέγχου και Εποπτείας Παιγνίων (ΕΕΕΠ).

Ηδη, η οικογένεια Λασκαρίδη που μαζί με τον όμιλο ΕΛΛΑΚΤΩΡ (μειοψηφικό πακέτο κατέχει η ΕΤΑΔ, η εταιρεία κρατικών ακινήτων), ελέγχει το Καζίνο Πάρνηθας έχει ζητήσει μετεγκατάσταση σε άλλη θέση προς την παραλία, ενώ αντίστοιχο αίτημα θέττει και η ιδιοκτησία του Καζίνο Σύρου. Πάντως η μετεγκατάσταση του Καζίνο Ξάνθης στην Αλεξανδρούπολη (με την ελπίδα πως θα προσελκύσει περισσότερους Τούρκους λάτρεις του τζόγου) δεν ήταν επαρκής για να «αναστήσει» την εταιρεία. Το καζίνο Αλεξανδρούπολης, όσο και τα καζίνο Κέρκυρας και Ρίου (κάποτε τμήμα του κραταιού ομίλου ΜΕΤΩΝ – ΕΤΕΠ των επιχειρηματιών Χρήστου Αρφάνη και Νίκου Χιόνη) ελέγχονται από εταιρείες συμφερόντων του επιχειρηματία Κώστα Πηλαδάκη.

Σύμφωνα με πληροφορίες το καζίνο Κέρκυρας έχει ήδη μπει στη ρύθμιση των 100 δόσεων και με προσφυγή του ζητά τη ρύθμιση των οφειλών σε 200 δόσεις. Αλλά και το καζίνο Λουτρακίου, βασικοί μέτοχοι του οποίου είναι εταιρείες ισραηλινών συμφερόντων, έχει καταθέσει αγωγή με την οποία ζητεί αποζημίωση 45.000.000 ευρώ από το ελληνικό δημόσιο.

Το Καζίνο Λουτρακίου, που ξεκίνησε να λειτουργεί το 1994, πλήρωνε αρχικά φόρο παιγνίων 22% (20% στο δημόσιο και 2% τέλος παρεπιδημούντων στο δήμο Λουτρακίου). Με ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε υπογραφεί με το υπουργείο Ανάπτυξης το 1996, ο συντελεστής φόρου πήγε από 22% σε 33% και μετά το 2014 αναπροσαρμόστηκε στο 35%. Το 1996 οι ιδιοκτήτες του καζίνο Λουτρακίου δέχθηκαν την αύξηση του φορολογικού συντελεστή από 22% σε 33% επειδή το δημόσιο αναλάμβανε κάποιες δεσμεύσεις όπως η μη παραχώρηση άλλης άδειας καζίνο (πλην της Πάρνηθας που ήδη λειτουργούσε) στο νομό Αττικής. Προ μηνών, όμως, η διοίκηση του Καζίνο Λουτρακίου θεώρησε το ιδιωτικό συμφωνητικό ήταν παράνομο ή παραβιάστηκε από το δημόσιο και προσέφυγε στα δικαστήρια διεκδικώντας αποζημίωση 45.000.000 ευρώ.

Υπενθυμίζεται πως η σημερινή κατάσταση στα καζίνο διαμορφώθηκε πριν από δύο δεκαετίες με το νόμο 2206 του 1994. Τότε προβλέπονταν η χορήγηση 12 αδειών ανά την Ελλάδα (σήμερα λειτουργούν εννέα καζίνο). Συγκεκριμένα προβλέπονταν η χορήγηση δύο αδειών στην Αττική (Μον Παρνές στην Πάρνηθα και στη συνέχεια Φλοίσβος, άδεια που δεν παραχωρήθηκε τελικά). Μία στο νομό Θεσσαλονίκης που σήμερα ελέγχει η Regency της οικογένειας Λασκαρίδη. Μία στην Κρήτη (που ανακλήφθηκε όπως προαναφέρθηκε), μία στη Ρόδο (Grande Albergo delle Rose), μία στην Κέρκυρα (όπου και λειτούργησε το πρώτο μεταπολεμικό καζίνο στην Ελλάδα), μία στις εγκαταστάσεις του Πόρτο Καρράς στη Χαλκιδική, μία στο Λουτράκι, μία στο νομό Αχαϊας (Καζίνο Ρίου), μία στη Σύρο, μία στη Φλώρινα και μία στην περιοχή της Δοϊράνης. Ο νόμος προέβλεπε πως με απόφαση του υπουργού Τουρισμού μπορούν να εκδοθούν δύο επιπλέον άδειες καζίνο από τις οποίες εκδόθηκε μόνο η μία (στην Ξάνθη που τελικά μετακόμισε στην Αλεξανδρούπολη) και εκκρεμεί η άδεια για την Ηπειρο.

Στην αγορά υποστηρίζουν σήμερα πως η κυβέρνηση που καλείται να συνδιαλλαγεί πλεόν με καταχρεωμένες επιχειρήσεις θα πρέπει να προχωρήσει σε αναδιάταξη της αγοράς με την παροχή αδειών σε τουριστικές περιοχές και όχι σε άσχετα σημεία ανά την επικράτεια για την ικανοποίηση πολιτικών εξυπηρετήσεων όπως στο παρελθόν.

Δημοσιεύθηκε στην «κυριακάτικη δημοκρατία»

Please follow and like us:

Ο θρίαμβος του λαϊκισμού

Food-engineering-degree-could-revolutionise-industry

Είχα ασχοληθεί και στο παρελθόν με τις διάφορες «αγωνιστικές» κινητοποιήσεις κατά ξένων επιχειρήσεων που διαθέτουν μονάδες παραγωγής στην Ελλάδα οι οποίες αποτελούν εύκολο στόχο διαφόρων. Ως ένα από τα θύματα του κύματος καθυστερήσεων πληρωμών, που δεν φαίνεται να απασχολεί κάποιον στην κυβέρνηση, βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα την επιστολή που μου έστειλε ένας αναγνώστης και τη δημοσιεύω (μαζί με τις σχετική εισαγωγή για να ευλογάμε τα γένια μας!). Νομίζω πως εξηγεί γιατί πρέπει να σκεφτόμαστε δύο φορές πριν βάλουμε στο στόχαστρο τις ξένες επιχειρήσεις με παραγωγική δραστηριότητα στην Ελλάδα. Ενας από τους λόγους είναι και το ότι αποτελούν εργοδότες συνεπείς στην καταβολή μισθών.

Η επιστολή

Αγαπητέ κύριε Κόλλια,

Διαβάζω το μπλογκ σας και τα άρθρα σας, που ξεφεύγουν από τις ευκολομάσητες αναλύσεις και κινούνται κόντρα στο θρίαμβο που έχει πετύχει ο λαϊκισμός. Αν δεν είναι έξω από τις αρχές σας, θα σας παρακαλούσα να φιλοξενήσετε με τη μορφή της επιστολής στο μπογκ σας, το παρακάτω σημείωμά μου

Ευχαριστώ εκ των προτέρων

Ν.Κ

Εργαζόμενος στη βιομηχανία

‘Μισθός 300 ευρώ’ και η αλήθεια που πονάει

Κατά καιρούς εμφανίζεται ένα κύμα δημοσιεύσεων σε επαρχιακά κυρίως sites και μπλογκς, που αναφέρεται σε ένα άρθρο του Βήματος του 2013, που είχε ένα ρεπορτάζ με τίτλο ‘Οι 11 πολυεθνικές που ζητούν να πέσουν οι μισθοί στα 300 ευρώ’. (Δείτε σε αυτό το λινκ ένα από αυτά τα άρθρα).

Δεν με απασχολεί τόσο που τόχαν διαψεύσει τότε όλες οι εταιρείες που αναφέρονται, οι οποίες κατά το ΒΗΜΑ , είχαν υποβάλει το αίτημα σε συνάντηση με τον τότε Υπουργό Χατζηδάκη. Όλοι που είχαν πάρει μέρος σε εκείνη τη συνάντηση το είχαν διαψεύει, αλλά αυτό δεν εμποδίζει κάθε 3-4 μήνες, ακόμα και αν έχουν περάσει 2,5 χρόνια, να εμφανίζει ένα νέο κύμα αναδημοσίευσης εκείνου του αστήριχτου άρθρου.

Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι το πάθημα ενός πολύ στενού συγγενικού μου προσώπου. Δούλευε σε μια από αυτές τις πολυεθνικές που κατά τα δημοσιεύματα, είχαν ζητήσει να κατέβουν οι μισθοί στα 300 ευρώ και παρότι ανειδίκευτη εργαζόμενη έπαιρνε πολύ περισσότερα, δηλ μεγαλύτερο μισθό απότι έλεγε ο νόμος. Έκανε μετά την επιλογή το 2013 να φύγει από την πολυεθνική και να πάει να εργαστεί σε μια μικρότερη εταιρεία που της έδινε 50 ευρώ παραπάνω το μήνα. Σε λίγο καιρό όμως άρχισε η εταιρεία αυτή να καθυστερεί τις πληρωμές και να της ζητάει να δουλεύει πολλές υπερωρίες, χωρίς να τις πληρώνεται. Μετά λίγο καιρό την απέλυσε, χωρίς να της καταβάλει ποτέ την αποζημίωση. Είναι στα δικαστήρια και θα δούμε πότε θα βρει άκρη.

Μετά από αυτό, η ανάγκη την οδήγησε να πιάσει μια ευκαιριακή δουλειά, όπου παίρνει 300 ευρώ, με εργασιακές συνθήκες που δεν μπορώ να περιγράψω.

Με δύο λόγια θέλω να πω ότι είναι πολύ επιφανειακή και επικίνδυνη η μόδα να χτυπάμε τις ξένες εταιρείες που έχουν εργοστάσια στην Ελλάδα. Οι μεγάλες εταιρείες, ειδικά οι ξένες, είναι πάντοτε τυπικές και δεν διανοούνται να παραβιάσουν την εργατική νομοθεσία, γιατί αυτό θα τους κάνει ζημιά.  Όποιοι έχουμε δουλέψει σε τέτοιες επιχειρήσεις γνωρίζουμε ότι αποφεύγουν να προκαλούν με αιτήματα για μείωση αμοιβών που θα ξεσηκώσουν τον κόσμο, θα κάνουν κακό στη φήμη τους και θα απομακρύνουν τους καταναλωτές.

Δεν είμαι φίλος των πολυεθνικών, ούτε πολιτικά ούτε σαν εργαζόμενος. Αντίθετα είμαι φανατικά υπέρ του να ελέγχονται αυστηρά για το πώς φορολογούνται και τη συνέπειά τους στο να κάνουν επενδύσεις στην Ελλάδα. Είμαι μέλος σωματείου πολυεθνικής και στηρίζω τη διοίκησή του, όταν διεκδικεί καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας.

Θεωρώ όμως πολύ επικίνδυνη την ευκολία που έχουν πολλά ενημερωτικά σάιτς, που κάνουν επιθέσεις στις εταιρείες αυτές με πληροφορίες που δεν στέκουν. Τέτοιες επιθέσεις δημιουργούν κλίμα που μπορεί να σπρώξει κάποιες από αυτές να περιορίσουν τις παραγωγικές δραστηριότητες τους στην Ελλάδα ή εμποδίζει άλλες να χτίσουν καινούργια εργοστάσια.

Θάθελα και εγώ ιδανικά να έχουν όλα τα εργοστάσια έλληνες ιδιοκτήτες. Όποιος όμως έχει δουλέψει έστω και ένα μήνα στη βιομηχανία ξέρει πως αυτό είναι εξωπραγματικό. Πολλοί Ελληνες επιχειρηματίες πήραν την απόφαση να πουλήσουν τις εταιρείες τους. Επειδή θέλω να μειωθεί η ανεργία και όσοι βρίσκουν δουλειά να αντιμετωπίζουν αξιοπρεπείς εργασιακές συνθήκες, θεωρώ ότι πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στην κριτική που κάνουμε στις πολυεθνικές που έχουν εργοστάσια στην Ελλάδα. Μας αρέσει, δεν μας αρέσει είναι οι εργοδότες που θα προτιμούσαν αρκετοί Έλληνες που ψάχνουν για μια αξιοπρεπή δουλειά, με προοπτικές σταθερότητας και με μέγεθος που μπορεί να αξιοποιήσει τους τόσους πολλούς πτυχιούχους και έμπειρους εργαζόμενους που έχουν βρεθεί χωρίς απασχόληση.

Please follow and like us:

Μπίμπας: Η εταιρεία λαϊκής βάσης με το αεροπλανικό

ΜΠΙΜΠΑΣ1

Η έρευνα προχώρησε από τον Οκτώβριο του 2012 που είχα γράψει το πρώτο ρεπορτάζ για το μεγάλο κόλπο

Please follow and like us:

Δύο – τρία πράγματα που έμαθα για τη φορολογία

«Ruling is about staying in power, not about good governance. To this end, leaders buy support by rewarding their essential backers relative to others. Taxation plays a dual role in generating this kind of loyalty. First it provides leaders with the resources to enrich their most essential supporters. Second, it reduces the welfare of those outside of the coalition. Taxation, especially in small-coalition settings, redistributes from those outside the coalition (the poor) to those inside the coalition (the rich). Small coalition systems amply demonstrate this principle, for these are places where people are rich precisely because they are in the winning coalition, and others are poor because they are not. Phillip Chiyangwa, a protégé of Robert Mugabe in Zimbabwe, has stated it bluntly, “I am rich because I belong to Zanu-PF [Mugabe’s ruling party].”2 When the coalition changes, so does who is rich and who is poor.

«A heavy tax burden emphasizes the differences between being rich and poor—in or out of the coalition. At the same time, the resulting revenues fund spoils for the lucky few, leaving little for everyone else. Further, the misery such heavy taxes inflict on the general population makes participation in the coalition even more valuable. Fearing exclusion and poverty under an alternative leadership, supporters are all the more fiercely loyal. They will do anything to keep what they have and keep on collecting goodies. Gerard Padró i Miguel of the London School of Economics has shown that the leaders of numerous African nations tax “too” highly (that is, beyond the maximum revenue point) and then turn around and provide subsidies to chosen groups. This may be economic madness, but it is also political genius.4»

«The relationship between regime type and taxation can be seen in the recent history of Mexico. Mexico’s first free election came in 1994, and the incumbent party, the Partido Revolucionario Institucional (PRI), lost nationally for the first time in 2000. As can be seen in Figure 4.1, onset of competitive elections (and of democratization) marks the start of the decline in government revenue as a percentage of gross domestic product (GDP). As the size of the winning coalition enlarged, Mexico’s tax rates followed suit by declining, just as they should when politicians need to curry favor with many instead of a few. For instance, the highest marginal tax rate in Mexico in 1979, with the PRI firmly in control, was 55 percent. As the PRI’s one-party rule declined, so did tax rates. By 2000, marking the first truly free, competitive presidential election, Mexico’s highest tax rate was 40 percent.5

«the comparison of average tax rates is misleading.
At the income levels taxed in much of the world’s poor autocracies, the tax rate in Europe and the United States is zero. We have to compare taxes at given income levels, not across the board, since most income tax systems are designed to be progressive, taxing higher incomes at higher rates than lower incomes. By looking at how much tax has to be paid at a given income level across countries we get close to comparing apples to apples and oranges to oranges. In the United States, for example, a couple with one child and an income under about $32,400 pays no income tax. If their income were, say, $20,000 they would receive $1,000 from the federal government to help support their child. In China, a family with an income of $32,400 is expected to pay about $6,725 in income tax.6 Further, even when nominal rates are low, autocracies have high implicit taxes—if you have something valuable then it simply gets taken.7 It’s worth remembering that the wealthiest man in China and the wealthiest man in Russia are both currently in prison.»

«good governance dictates that taxes should only be taken to pay for things that the market is poor at providing, such as national defense and large infrastructure projects. Taking relatively little in taxes therefore encourages the people to lead more productive lives, creating a bigger pie. Democrats are closer to this good governance ideal than autocrats, but they too overtax. The centerpiece of Reaganomics, the economic plan of US president Ronald Reagan (1981–1989), was that US taxes were actually higher than this revenue maximizing level. By reducing taxes, he argued, people would do so much extra work that government revenue would actually go up. That is, a smaller share of a bigger pie would be larger than the bigger share of a smaller pie. Such a win-win policy proved popular, which is why similar appeals are again in vogue. Of course, it did not quite work out this way in fact.

To a certain extent, Reagan was right: lower taxes encouraged people to work and so the pie grew. However, crucially, in democracies it is the coalition’s willingness to bear taxes that is the true constraint on the tax level. Since taxes had not been so high as to squash entrepreneurial zeal in the first place, there wasn’t much appreciable change as a result of Reagan’s tax cuts. The pie grew a little, but not by so much that revenues went up.

Today, the Tea Party wing of the Republican Party seeks to reenact tax-cutting policies similar to Reagan’s. Like him, they argue that tax cuts will grow the economy. The lesson from the Tea Party movement’s electoral success in 2010 is that people don’t like paying taxes. Politician who raise or even maintain current taxes are politically vulnerable, but then so too are politicians who fail to deliver the policies their coalition wants. Herein lies the rub. It may well be that cutting taxes, while increasing the size of the economic pie, fails to make it big enough to generate both more wealth and more effective government policies. The question is and always must be the degree to which the private sector’s efficient but unequal distribution of wealth trumps government’s more equitable, less efficient, but popular economic programs.»

«The Dictator’s Handbook: Why Bad Behavior is Almost Always Good Politics.»

Please follow and like us:

Τα ρεκόρ του κ. Νίκου Δένδια

Μέσα σε διάστημα λίγων εβδομάδων, ο υπουργός Ανάπτυξης Νίκος Δένδιας απειλεί να καταρρίψει δύο ρεκόρ: Το ρεκόρ ραδιοφωνικών / τηλεοπτικών εμφανίσεων που είχε ως υπουργός ο κ. Αδωνις Γεωργιάδης και το ρεκόρ αναβολών στην εφαρμογή εξαγγελιών.

Εκ πρώτης όψεως φαντάζει λογική η συνεχής παρουσία του κ. Δένδια, ενός από τα πλέον αξιόλογα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σε μια δύσκολη περίοδο για την κυβέρνηση. Από την άλλη πλευρά, τα θέματα τα οποία έχει ανοικτά ο υπουργός Ανάπτυξης, και κυρίως το «καυτό» ζήτημα των «κόκκινων δανείων», είναι αρκετά σοβαρά για να αποτελούν αντικείμενο καθημερινής σεναριολογίας η οποία επιτείνεται από τις συνεχείς δηλώσεις γενικού περιεχομένου.

Επιπλέον, η εφαρμογή κάποιων άλλων εξαγγελιών, όπως η έναρξη λειτουργίας του αναπτυξιακού ταμείου ή το σχέδιο για την ίδρυση αναπτυξιακής τράπεζας, κ.α., είναι αρκετά σύνθετη υπόθεση. Συνεπώς οι βιαστικές ανακοινώσεις για το χρόνο έναρξης δανειοδοτήσεων από το αναπτυξιακό ταμείο (τον Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο, τον Νοέμβριο, κ.ο.κ.) λειτουργούν τελικά αρνητικά για την κυβερνητική προσπάθεια.
Φαίνεται πως στον κ. Δένδια έχει ανατεθεί ο δύσκολος ρόλος διατήρησης του θετικού κλίματος που διαμορφώθηκε μετά την πολύ καλή τουριστική περίοδο μέσω των συνεχών παρεμβάσεων. Εμφανίζεται, επίσης, ως ο κύριος εκφραστής της υπεύθυνης προσπάθειας που δηλώνει πως καταβάλλει η κυβέρνηση έναντι των ανέξοδων εξαγγελιών της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε μια περίοδο όξυνσης της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Οι συνεχείς εμπλοκές και τα πολύμηνα παζάρια με την τρόικα για τη ρύθμιση των «κόκκινων δανείων» αποδεικνύει πως στο υπουργείο Ανάπτυξης βιάστηκαν. Επιχείρησαν, επίσης, να βάλουν όλα τα αυγά στο ίδιο καλάθι, με μια συνολική ρύθμιση, που δεν έγινε δεκτή από τους δανειστές. Και ενώ στην αρχή υπήρχε μια θολή έστω εικόνα για τις κυβερνητικές προθέσεις, η επικοινωνιακή ομοβροντία που ακολούθησε οδήγησε την αγορά σε πλήρη σύγχυση.

Τώρα σχεδόν κανείς δε μπορεί να καταλάβει πως ακριβώς θα προχωρήσουν οι σχετικές ρυθμίσεις. Και οι μακροσκελείς ανακοινώσεις με το περιεχόμενο των καθημερινών δηλώσεων του αρμόδιου υπουργού στα media ή τις απανωτές ομιλίες σε συνέδρια και λοιπές εκδηλώσεις έχουν οδηγήσει στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Κυκλοφορεί πλήθος παραλλαγών ανάλογα με το πώς «μεταφράζει» κάποιος τις τοποθετήσεις του κ. Δένδια. Σήμερα, στην τελευταία ραδιοτηλεοπτική του εμφάνιση, υποστήριξε πως αυτός είναι έτοιμος αλλά απομένει το τελικό ΟΚ από τρόικα και υπουργείο Οικονομικών. Ολα δείχνουν πως είναι θέμα ωρών.

Επιπλέον, εκτός από τη ρύθμιση δανείων, το υπουργείο έχει ανοικτά εξίσου σοβαρά «μέτωπα» όπως η ταχεία αξιοποίηση των κονδυλίων του επόμενου ΕΣΠΑ, η εφαρμογή των μέτρων μείωσης της γραφειοκρατίας στις επιχειρήσεις (έχουν εξαγγελθεί πέντε – έξι φορές…), η ενίσχυση της καινοτομίας ή ο νέος αναπτυξιακός νόμος που έχει «παγώσει» από την περασμένη άνοιξη. Πιθανώς και την εξειδίκευση του Εθνικού Αναπτυξιακού Σχεδίου που ανακοινώθηκε προεκλογικά και έκτοτε ξεχάστηκε.

Please follow and like us:

Από τους κυρατζήδες στους νταβατζήδες

Τα δυσάρεστα στοιχεία για την εξέλιξη των ελληνικών εξαγωγών κατά την περίοδο της κρίσης, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, δημιουργούν σε πολλούς ερωτήματα για το «που χάθηκε το επιχειρηματικό δαιμόνιο των Ελλήνων οι οποίοι κατά τον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα ήλεγχαν το εμπόριο της Βαλκανικής, της Κεντρικής Ευρώπης και της Νότιας Ρωσίας».

Η γενικότερη εικόνα αδυναμίας του ελληνικού επιχειρείν να ενισχύσει τη διεθνή του παρουσία αδικεί μεγάλο αριθμό εταιρειών που πέτυχαν να πολλαπλασιάσουν τις εξαγωγές τους τα τελευταία χρόνια. Οι αριθμοί δεν ευνοούν, πάντως. Μάλιστα η εξαγωγική καχεξία της ελληνικής οικονομίας επισημαίνεται και από τους διεθνείς οργανισμούς οι οποίοι πιθανώς περίμεναν πως η συμπίεση του κόστους παραγωγής θα είχε οδηγήσει σε καλύτερα αποτελέσματα.

Οσοι μιλούν για το επιχειρηματικό δαιμόνιο των Ελλήνων έχουν στο μυαλό τους τους κυρατζήδες, τους αγωγιάτες, που διέσχιζαν εκείνα τα χρόνια τους κεντρικούς εμπορικούς δρόμους της ευρύτερης περιοχής, τους χιλιάδες αργαλειούς και τα βαφεία στα Αμπελάκια, στον Τύρναβο, την επεξεργασία γούνας στη Δυτική Μακεδονία, τους εμπορικούς οίκους του παροικιακού Ελληνισμού στη Βιέννη και σε πολλές πόλεις της Κεντρικής / Ανατολικής Ευρώπης.

«…βούιζε ο Τίρναβος από τον κρότο των 2.500 αργαλειών που ύφαιναν πανιά ή βαμβακερά υφάσματα και των 60 κερχανάδων (βαφείων) που τα έβαφαν με το ριζάρι. Επίσης 100 περίπου σερβετάδες καταγίνονταν με την ύφανση μεταξωτών» γράφει ο Απ. Βακαλόπουλος στην «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού». Ακόμη και το 1810, όταν οι βιοτεχνίες των ορεινών χωριών της Ελλάδας είχαν αρχίσει να παρακμάζουν λόγω του διεθνούς ανταγωνισμού από τις σύγχρονες μηχανές των Αγγλων, οι κάτοικοι εξήγαν νήματα, υφάσματα βαμβακερά και μαντήλια αξίας 2.000.000 γροσίων όχι μόνο στην Ανατολή, αλλά και στη Μάλτα, Λιβόρνο, Τεργέστη και στην Γερμανία.

«Κατά την εποχή της ευημερίας των Αμπελακίων υπήρχαν σε λειτουργία 24 εργαστήρια σε πλήρη απόδοση. Οι εργάτες ήταν περίπου 2.000 και η μέση ετήσια παραγωγή κόκκινου βαμβακερού νήματος έφτανε τις 3.000 μπάλλες 250 λιβρών βάρους η κάθε μία (123 κιλά)» γράφει ο Τάσος Βουρνάς στην «Ιστορία της Νεότερης και Σύγχρονης Ελλάδας».

Αυτός ο κόσμος χάθηκε, όμως, γιατί δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τις σύγχρονες μηχανές του εξωτερικού. Εμεινε, βέβαια, στον παροικιακό Ελληνισμό σημαντικός πλούτος, αλλά ο τελευταίος δε μπορούσε να επηρρέάσει τις εξελίξεις στην Ελλάδα. Η νέα γενιά του ελληνικού επιχειρείν, που άρχισε να ξεμυτίζει 50 – 60 χρόνια αργότερα, είχε άλλες αφετηρίες, άλλα ερεθίσματα. Τότε δημιουργήθηκαν οι πρώτοι κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες, οι πρώτοι εργολάβοι, οι ενδιάμεσοι που χρησιμοποιούσαν το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα για να πλουτίσουν.

Ακόμα και η πρώτη γενιά βιομηχάνων, οι οποίοι κατά την περίοδο 1867 – 1874 ίδρυσαν περί τα 100 νέα ατμοκίνητα εργοστάσια, είχε αποκλειστικό στόχο την εσωτερική αγορά. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά ακόμα αναρωτιόμαστε γιατί δεν εξάγουμε, όταν ελάχιστοι υπήρξαν αυτοί που λειτούργησαν με την λογική του Δυτικού κόσμου, του καινοτόμου και πρωτοπόρου βιομήχανου. Αφού η πολιτεία επιβράβευε και επιβραβεύει τους αετονύχηδες…

Please follow and like us:

Οψιμοι επαναστάτες στο βασίλειο της γαργάρας

Ενας ηλικιωμένος ιδιοκτήτης τεχνικής εταιρείας παραδέχονταν πρόσφατα τον χειρουργικό τρόπο με τον οποίο μοιράστηκαν μεταξύ των εργολάβων τα ολυμπιακά έργα. Μέσω του περίφημου μαθηματικού τύπου επιλογής αναδόχου, οι εργολάβοι συμφώνησαν και προαποφάσισαν, ποιος και με ποια κοινοπραξία θα αναλάβει κάθε ένα από τα ολυμπιακά έργα. Στο κόλπο ήταν όλοι οι μεγάλοι όμιλοι, όπως προκύπτει και από τους καταλόγους με τα έργα και τους αναδόχους με αποτέλεσμα και οι εκπτώσεις να είναι προκλητικά χαμηλές (ανατέθηκαν ολυμπιακά έργα με έκπτωση κάτω του 1%).

Μεταξύ αυτών ήταν και μερικοί μεσαίου μεγέθους εργολήπτες όπως η Κ. Μεσάικος η οποία είχε αναλάβει τη μαραθώνια διαδρομή (την αναβάθμιση της λεωφόρου Μαραθώνος), αλλά χρεοκόπησε και την άφησε στη μέση. Ετσι έτρεχε στο παρά πέντε η διοίκηση της J&P ΑΒΑΞ, που την αντικατέστησε, με αποτέλεσμα να έχουμε μια μαραθώνια διαδρομή που σε μεγάλο μήκος δε διαθέτει πεζοδρόμιο, ενώ δεν υπάρχει ούτε μία υπόγεια ή υπέργεια διάβαση για τους πεζούς. Ολοι βλέπουμε ακόμα και σήμερα ανθρώπους να σκαρφαλώνουν στα κάγκελα για να περάσουν απέναντι κατά μήκος της Λεωφόρου Μαραθώνος. Δεν υπήρχε χρόνος για τέτοιες πολυτέλειες αφού η αναβαθμισμένη διαδρομή παραδόθηκε από το νέο ανάδοχο στο παρά πέντε.

Στο παρά πέντε και με πολλά νοβοπάν παραδόθηκαν και πολλά άλλα ολυμπιακά έργα που εμφανίστηκαν ως «τελειωμένα», όπως ο σταθμός Νερατζιώτισσα και πολλά άλλα. Βέβαια, για να μην κατηγορούμε αδίκως και τους εργολάβους, ήταν τέτοια η προχειρότητα στο σχεδιασμό των ολυμπιακών εγκαταστάσεων που ενδεχομένως οι τεχνικές εταιρείες δεν είχαν άλλο δρόμο από αυτό των χαμηλών εκπτώσεων και της εκ των προτέρων συμφωνίας. Εκτός από τις προχειρότητες τύπου μαραθώνιας διαδρομής (όχι με ευθύνη του αναδόχου, αλλά της πολιτείας) υπήρξαν και ποιοτικά έργα. Σχεδόν όλα έχουν αφεθεί σήμερα στην τύχη τους.

Το αστείο της υπόθεσης είναι πως όλοι μιλούν για το κωπηλατοδρόμιο στο Σχοινιά που αφέθηκε στην τύχη του και ξεχνούν την κατάσταση που βρίσκεται το συγκρότημα του ΟΑΚΑ. Στις περισσότερες πόλεις που διοργάνωσαν αγώνες, το κεντρικό συγκρότημα του Ολυμπιακού Σταδίου είναι τουριστικός χώρος με δεκάδες χιλιάδες επισκέπτες το μήνα. Στην Ελλάδα είναι χώρος που προσβάλλει όσους συμμετείχαν στην εξαιρετική διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.

Η διοργάνωση ήταν το φωτεινό σημείο της Ολυμπιάδας. Οσα έγιναν πριν και μετά τους Αγώνες για την κατασκευή και εν συνεχεία τη διαχείριση των εγκαταστάσεων δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς από τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές. Φτάσαμε στο σημείο να παραχωρήσουμε κλειστό στάδιο (το Ολυμπιακό Κέντρο Αρσης Βαρών στη Νίκαια) σε Πανεπιστήμιο! Συμφωνήσαμε την πολυετή παραχώρηση εγκαταστάσεων του Ελληνικού σε Ελληνες εργολάβους και στη συνέχεια δεν τους αφήσαμε να υλοποιήσουν τις επενδύσεις που σχεδίαζαν. Στο τέλος, με μια διάταξη καταργήσαμε τις συμβάσεις και οι εγκαταστάσεις θα γκρεμιστούν στην περίπτωση που επιλεγεί ανάδοχος για την αξιοποίηση του Ελληνικού.

Στο Γαλάτσι το δημόσιο συμφώνησε την παραχώρηση της κλειστής ολυμπιακής εγκατάστασης για τη μετατροπή σε εμπορικό κέντρο και στη συνέχεια ανακάλεσε με αποτέλεσμα η κοινοπραξία των ιδιωτών (η πορτογαλική Sonae με τον όμιλο Χαραγκιώνη) να ζητεί σήμερα περί τα 20.000.000 ευρώ αποζημίωση.
Στο Μαρκόπουλο κατασκευάστηκε ένα φαραωνικό έργο (ο Ιππόδρομος) και ένα Σκοπευτήριο, χωρίς σχέδιο για το τι θα συμβεί μετά τους αγώνες. Ετσι ο οργανισμός διαχείρισης του ιπποδρόμου (ΟΔΙΕ), που καταχρεώθηκε για να μην υπολογιστεί το κόστος του Ολυμπιακού Κέντρου Ιπποδρόμου στο δημόσιο χρέος βρίσκεται σήμερα προ του λουκέτου.

Οσο για το περίφημο Ολυμπιακό Χωριό, η κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα ντροπιάζει τη χώρα μας. Δεν χρειάζονταν οι φωτογραφίες του διεθνούς Τύπου, τις τελευταίες εβδομάδες για να συνειδητοποιήσουμε πως ουδείς έχει λογοδοτήσει για την κατάντια μιας εγκατάστασης που πληρώθηκε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ.
Σήμερα, δέκα χρόνια μετά τη διοργάνωση, δεν έχουμε συμφωνήσει για το πραγματικό κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων. Υπάρχουν υπολογισμοί που το ανεβάζουν στα 7 δισ. ευρώ και άλλοι υπολογισμοί που το φτάνουν στα 17 δισ. ευρώ! Εξαρτάται τι βάζει κάποιος στο μεγάλο καλάθι που λέγεται «Ολυμπιακά Εργα»: Μόνο τα γήπεδα ή και τα άλλα έργα που ζήτησαν οι «Αθάνατοι» της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής (ΔΟΕ) που έρχονταν για έλεγχο κάθε λίγες εβδομάδες, όπως το τραμ; Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν πως χωρίς τους Ολυμπιακούς Αγώνες δεν θα είχαν ολοκληρωθεί (στην ώρα τους) έργα όπως το τραμ, η υπογειοποίηση τμημάτων της Λεωφόρου Κηφισίας, ο προαστιακός, κλπ.

Ετσι φτάσαμε προ ημερών στην ανακοίνωση του ΙΟΒΕ σύμφωνα με την οποία ανέλαβε να προχωρήσει σε μελέτη για το κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων. Τα έξοδα της μελέτης θα τα καλύψει η τότε πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής «Αθήνα 2004» Γιάννα Αγγελοπούλου! Η κα Αγγελοπούλου επί χρόνια «φωτογραφίζει» το δημόσιο για τις σπατάλες που έγινε στα ολυμπιακά έργα. Όμως, ούτε η «Αθήνα 2004» είχε βρεθεί στο απυρόβλητο την εποχή των Ολυμπιακών Αγώνων.

Την εποχή της προετοιμασίας λίγοι ασχολούνταν με την προχειρότητα και την απουσία σχεδιασμού για τις μεταολυμπιακές χρήσεις. Και γιατί να ασχολούνται; Ακόμα και κάποιοι εκ των έγκριτων παραγόντων των media είχαν φτιάξει τότε μηχανισμούς ώστε να εισπράττουν τμήμα των τεραστίων κονδυλίων που διατέθηκαν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Είναι χαρακτηριστικό πως μικρό μόνο τμήμα του λεγόμενου «Ολυμπιακού Ρεπορτάζ» δεν απασχολούνταν με κάποιο τρόπο και στη διοργάνωση λαμβάνοντας μια πρόσθετη αμοιβή. Συνεπώς ποιος θέλει να θυμάται εκείνα τα χρόνια; Σχεδόν κανένας…

Please follow and like us:

Η πικρή αλήθεια για τη «μικρή ΔΕΗ»

Όσοι στηρίζουν το σχέδιο διάσπασης της ΔΕΗ, με τη δημιουργία της «μικρής ΔΕΗ», επικαλούνται μεταξύ άλλων και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. «Αφού μας το προτείνουν από την Κομισιόν, τότε πρέπει να είναι η σωστή λύση» υποστηρίζουν. «Είναι όρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το άνοιγμα της αγοράς ενέργειας» λένε κάποιοι άλλοι. «Έχουμε δεσμευτεί απέναντι στις Βρυξέλλες» προσθέτουν. Η πραγματικότητα είναι, ως συνήθως, λίγο πιο σύνθετη. Δεν μας επέβαλλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το μοντέλο της «μικρής ΔΕΗ». Απλώς απελπίστηκε να περιμένει επί δεκαετία το άνοιγμα της εγχώριας αγοράς ενέργειας και να ανέχεται την παρελκυστική τακτική απανωτών ελληνικών κυβερνήσεων.

Στο τέλος, οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών για να βάλουν ένα «ΟΚ» στη λίστα των εκκρεμοτήτων τους, αποδέχθηκαν τη λύση της «μικρής ΔΕΗ» ως το ιδανικό μοντέλο ανοίγματος της αγοράς. Είναι οι ίδιοι γραφειοκράτες οι οποίοι μέχρι πρόσφατα θεωρούσαν «ανοικτή» την ελληνική αγορά φυσικού αερίου την οποία μονοπωλούσαν οι γνωστές Εταιρείες Παροχής Αερίου (ΕΠΑ). Εξαιτίας του σημερινού μονοπωλιακού καθεστώτος η διείσδυση του φυσικού αερίου στην ελληνική αγορά υπήρξε περιορισμένη με εξαιρετικά δυσάρεστα αποτελέσματα για τα νοικοκυριά (που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν το πετρέλαιο ως καύσιμο θέρμανσης).

Μόλις πριν από λίγους μήνες ανακάλυψαν έκπληκτοι στις Βρυξέλλες πως η ελληνική αγορά φυσικού αερίου δεν είναι ανοικτή και αποφάσισαν πως οι ΕΠΑ πρέπει να επιτρέψουν και σε τρίτους να πωλούν φυσικό αέριο σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Μάλιστα, έπειτα από πολύμηνα παζάρια, η Ελλάδα έχει συμφωνήσει, και έχει δεσμευτεί στο μνημόνιο, πως μέχρι το επόμενο καλοκαίρι θα έχει διαχωριστεί ο κλάδος εμπορίας των ΕΠΑ από τις υποδομές (δηλαδή το δίκτυο φυσικού αερίου μέχρι τον τελικό καταναλωτή). Ετσι θα δημιουργηθούν «εναλλακτικοί πάροχοι» φυσικού αερίου (κατά το πρότυπο των τηλεπικοινωνιών) οι οποίοι θα χρησιμοποιούν το δίκτυο για να πωλούν π.χ. σε νοικοκυριά.

Δηλαδή αφού επί χρόνια στις Βρυξέλλες έκαναν τους αδιάφορους (εναλλακτικοί πάροχοι φυσικού αερίου λειτουργούν εδώ και χρόνια σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές) τώρα μας βάζουν το μαχαίρι στο λαιμό για «άμεσο άνοιγμα της αγοράς φυσικού αερίου». Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με την υπόθεση της «μικρής ΔΕΗ». Απελπισμένοι οι κοινοτικοί αξιωματούχοι δέχθηκαν τη διάσπαση της ΔΕΗ ως μοντέλο απελευθέρωσης της αγοράς χωρίς να εξετάσουν αν μπορεί να υλοποιηθεί, αν είναι συμφέρουσα για το ελληνικό δημόσιο και τους φορολογούμενους, κλπ.

Οσοι υπερθεμάτιζαν τις τελευταίες ημέρες για τις δήθεν «αλήθειες» με τη «μικρή ΔΕΗ» επικαλούνταν την Κομισιόν, ενώ για πολλοστή φορά οι Βρυξέλλες αποδέχονται ένα αμφιβόλου αποτελεσματικότητας μέτρο μόνο και μόνο για να «καθαρίσουν» μιας εκκρεμότητα. Μάλιστα, κατηγορούσαν ως «κρατιστές» και «φίλους της ΓΕΝΟΠ» όσους τολμούσαν να διαφοροποιηθούν. Μέχρι που ήρθαν οι κ.κ. Στέφανος Μάνος και Ανδρ. Ανδριανόπουλος (που απ’ όσο γνωρίζω δεν είναι ούτε κρατιστές ούτε στενοί φίλοι του κ. Νίκου Φωτόπουλου) και τους προσγείωσαν στην πραγματικότητα. Και οι δύο θεωρούν αναποτελεσματικό και βαρίδι για τους καταναλωτές το σχέδιο της «μικρής ΔΕΗ».

 

Please follow and like us: