«Εχουμε 12 μήνες προθεσμία»

«Εχουμε 12 μήνες προθεσμία» μου έλεγε χθες κυβερνητικό στέλεχος, ένας από τους ανθρώπους που προσπαθούν πραγματικά να σταματήσουν τον πολυετή κατήφορο. Οπως εξηγούσε, η δημοσιονομική προσαρμογή που πέτυχε η χώρα, με αιματηρές θυσίες των πολιτών, έδωσε στην κυβέρνηση παράταση ενός χρόνου για την επίλυση των χρόνιων προβλημάτων που αποτρέπουν τις ξένες (και εγχώριες) επενδύσεις και στραγγαλίζουν όσους θέλουν να δημιουργήσουν.

Με τα μαγικά δημοσιονομικά μεγέθη που ανακοινώνει το υπουργείο Οικονομικών, όπως το περίφημο πρωτογενές πλεόνασμα, απλώς κερδίζεις χρόνο ώστε να ασχοληθείς με άλλες εκκρεμότητες, εξίσου ουσιαστικές για την επιστροφή στην ανάπτυξη. Αν στο επόμενο δωδεκάμηνο, οι υπουργοί που έχουν αναλάβει να δώσουν πραγματικό νόημα στη λέξη Δικαιοσύνη (π.χ. με ταχύτερες αποφάσεις από τα δικαστήρια), να περιορίσουν πραγματικά τη γραφειοκρατία και να «στήσουν» δημόσιες υπηρεσίες που θα βοηθούν ουσιαστικά πολίτες και επιχειρήσεις, συνεχίσουν να πορεύονται με τους ίδιους ρυθμούς, τότε «θα χτυπήσουμε στον τοίχο με ταχύτητα».

Κυβερνητικά στελέχη και επιχειρηματίες που ταξιδεύουν τους τελευταίους μήνες στο εξωτερικό διαπιστώνουν με ικανοποίηση πως η εικόνα της χώρας μας έχει πραγματικά βελτιωθεί. Συναντούν κρατικούς αξιωματούχους και εταιρείες που δείχνουν ουσιαστικό ενδιαφέρον για τη χώρα μας. Σήμερα είναι πολύ πιο εύκολο από το 2010 ή το 2011 να βρεις ανθρώπους που θέλουν να ακούσουν για την Ελλάδα ως επενδυτικό προορισμό. Το γνωρίζουν όσοι ακολουθούν τον πρωθυπουργό στα ταξίδια του και όσοι συμμετέχουν σε συναντήσεις με διάφορες ξένες αποστολές που έρχονται στη χώρα μας.

Ομως, τα προβλήματα αρχίζουν όταν οι ξένοι αξιωματούχοι, που έδειξαν αρχικό ενδιαφέρον για επενδύσεις, χρειαστεί να συνδιαλλαγούν με τον αργοκίνητο (μέχρι παρεξηγήσεως…) κρατικό μηχανισμό και τα ελληνικά υπουργεία. Οσα ταξίδια και αν κάνει ο πρωθυπουργός και οι συνεργάτες του ανά τον κόσμο, οι επενδυτές δεν θα έρχονται όταν αντιμετωπίζουν την αδιαφορία και την ανοργανωσιά της δημόσιας διοίκησης και την αδυναμία απονομής δικαιοσύνης (εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος). Μια μελέτη που έχει στα χέρια της η κυβέρνηση δείχνει πως το όφελος από το ξεμπλοκάρισμα περίπου 400.000 αστικών υποθέσεων (προσφυγές κατά επενδύσεων, αντιδικίες μεταξύ επιχειρήσεων, κλπ) στα δικαστήρια μπορεί να είναι της τάξης των 7 δισ. ευρώ.

Οσες ειδικές επιτροπές και αν γίνουν για να προχωρήσει η τάδε ή η δείνα επένδυση, το αποτέλεσμα θα είναι μηδενικό αφού ουδείς τολμά να συγκρουστεί κατά μέτωπο με αυτούς που επιβιώνουν (και ενδεχομένως κερδίζουν περισσότερα) επειδή η Ελλάδα βουλιάζει. Με την καλή εικόνα των δημοσίων οικονομικών, όπως τουλάχιστον την εμφανίζουν τα μαγειρεία της Πλατείας Συντάγματος, έχουμε εξασφαλίσει παράταση 12 μηνών. Αν μέχρι τότε δε συμμαζέψουμε πραγματικά το σημερινό χάλι σε υπουργεία που είναι κρίσιμα για τις επενδύσεις και την ανάπτυξη, οι εξελίξεις θα είναι περισσότερο από δυσάρεστες. Ούτως ή άλλως εξαντλείται καθημερινά το ελάχιστο «λίπος» που έχει απομείνει στις λίγες υγιείς και εξαγωγικές επιχειρήσεις της χώρας. Σύντομα θα περάσουν κι αυτές στη ζώνη του λυκόφωτος.

Μια έκδοση δημοσιεύθηκε σήμερα στη «δημοκρατία»

Κείμενο απελπισμένου

 

 

Από μια πρόσφατη έρευνα της αμερικανίδας Doris Graber, εκ των γνωστότερων αναλυτών στο χώρο των μέσων ενημέρωσης, προέκυψε ένα συμπέρασμα το οποίο εξηγεί πολλά στο χώρο των ελληνικών και διεθνών media. Η Graber βρήκε πως όταν οι ειδήσεις (των τηλεοπτικών σταθμών, εφημερίδων, κλπ) επικεντρώνονται σε συγκεκριμένα «σοβαρά κοινωνικά προβλήματα» τότε οι άνθρωποι έχουν την τάση να σκέφτονται με ποιον τρόπο θα λυθούν αυτά τα προβλήματα, να συζητούν, κλπ. Αντίθετα, όταν οι ειδήσεις επικεντρώνονται στο πολιτικό παιχνίδι με γενικολογίες (του τύπου «τι εννοούσε ο Ευαγγ. Βενιζέλος…», «τι κρύβει η δήλωση Μέρκελ», κλπ) τότε οι πολίτες είτε δεν αντιδρούν καθόλου, είτε καταλαμβάνονται από αισθήματα παραίτησης, αφού νιώθουν πως η διαμάχη είναι κάτι που δε μπορούν να ελέγξουν.

 

Η έρευνα της Graber, που αναφέρεται στο εξαιρετικό βιβλίο «Informing the News» του καθηγητή του Πανεπιστημίου Χαρβαρντ Thomas Patterson, εξηγεί γιατί τα τηλεοπτικά δελτία έχουν στην ουσία καταργήσει τα ρεπορτάζ για τα καθημερινά προβλήματα των πολιτών, για τις επιπτώσεις της κρίσης σε εκατοντάδες χιλιάδες υποθέσεις. Αντί για έρευνες και ρεπορτάζ των κοινωνικών επιπτώσεων της κρίσης, ο τηλεοπτικός χρόνος γεμίζει με τους «παραθυράκηδες» οι οποίοι, ως νέες Πυθίες, εξηγούν στον απελπισμένο πολίτη «τι εννούσε η Μέρκελ» και γιατί «ο Βενιζέλος καθυστέρησε δέκα λεπτά στο ραντεβού» με κάποιον άλλον επίσημο. Ο απελπισμένος τηλεθεατής απλώς επιλέγει τον πρωθιερέα ή την πρωθιέρεια του γούστου του αφού η θεματολογία είναι σχεδόν η ίδια σε σχεδόν όλα τα τηλεοπτικά κανάλια.

 

Στο ίδιο μοτίβο κινούνται και οι περισσότερες εφημερίδες, με τα νούμερα από τις κυκλοφορίες να αποκαλύπτουν εικόνα πλήρους απαξίωσης και τους δημοσιογράφους να θεωρούνται «ηχεία ανούσιας πολιτικολογίας και παραπληροφόρησης». Πολλοί προφήτες θεωρούν, μάλιστα, δεδομένο το θάνατο του Τύπου, αφού στην εποχή του Διαδικτύου όλοι μπορούν να είναι δημοσιογράφοι και εκδότες. Ολοι επισκεπτόμαστε καθημερινά κάποιες ιστοσελίδες (αρκετές από τις οποίες δηλώνουν «εναλλακτικές» ώστε να διαφοροποιηθούν από τα παραδοσιακά μέσα μαζικής ενημέρωσης) γνωστών ή άγνωστων αναλυτών προκειμένου να ενημερωθούμε. Κάποιοι, μάλιστα, ορκίζονται πως ουδέποτε επισκέπτονται παραδοσιακά μέσα, αλλά ενημερώνονται μόνο από τα «εναλλακτικά». Οι πλέον προχωρημένοι θεωρούν πως σύντομα η «δημοσιογραφία των πολιτών» θα υποκαταστήσει τους παραδοσιακούς δημοσιογράφους.

 

Διαφορετική άποψη έχουν, όμως, έγκυροι παρατηρητές των media, όπως ο Thomas Patterson. Οπως εξηγεί στο βιβλίο του, «για πρώτη φορά έχουμε πρόσβαση σε τόσο μεγάλη ποσότητα πληροφορίας, αλλά ταυτόχρονα για πρώτη φορά έχουμε τόσο μεγάλη ανάγκη από πληροφόρηση που βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία και όχι σε φημολογία και σκοπιμότητες». Προσθέτει πως «η αξιόπιστη πληροφόρηση για την καθημερινότητά μας γίνεται ένα ολοένα και πιο σπάνιο προϊόν και η «δημοσιογραφία των πολιτών» δε μπορεί να μας την παρέχει σε καθημερινή βάση». Ο ίδιος, βέβαια, τονίζει πως για να επιβιώσει η δημοσιογραφία και οι δημοσιογράφοι πρέπει να ξεφύγουν από το σημερινό σπιράλ του θανάτου που δημιουργεί η ακατάσχετη φλυαρία, η πολιτικολογία και η προπαγάνδα. Θα επιβιώσουν όσοι προσφέρουν, μέσω της γνώσης, την καλύτερη προσέγγιση με βάση πραγματικά γεγονότα και περιστατικά και όχι όσοι χαϊδεύουν αυτιά με θεωρίες συνωμοσίας.

 

Κάποιοι πιθανώς θα έχουν ήδη αγανακτήσει διαβάζοντας όσα υποστηρίζει ο Patterson, αλλά μια απλή περιήγηση στο Διαδίκτυο μπορεί να τους πείσει. Η περίφημη μπλογκόσφαιρα είναι κυρίως χώρος ανταλλαγής απόψεων ή υποστήριξης διαφόρων θέσεων / θεωριών και όχι συλλογής πρωτογενών πληροφοριών και έρευνας. Δεν το δείχνουν μόνο οι έρευνες από αμερικανικά και ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, το καταλαβαίνει όποιος περιηγείται καθημερινά στο Διαδίκτυο. Στο ίδιο μοτίβο κινούνται και τα λεγόμενα κοινωνικά δίκτυα (social media) όπως το Facebook και το Twitter. Το έγκυρο αμερικανικό Pew Institute έχει ασχοληθεί επισταμένα με τα social media και οι έρευνές του δείχνουν πως η πλειοψηφία των μηνυμάτων αφορά προσωπικά δεδομένα και πληροφορίες. Μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό αναφέρεται σε κοινωνικά ή πολιτικά ζητήματα.

 

Οσοι αμφισβητούν τη δυνατότητα της «δημοσιογραφίας των πολιτών» να απαντήσει στην ανάγκη των πολιτών για έγκυρη ενημέρωση δε στηρίζουν το σημερινό μοντέλο των «τηλεπαραθύρων», του παραμάγαζου της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, της φημολογίας και του lifestyle. Αναλυτές όπως ο Patterson εξηγούν πως ο σημερινός «θόρυβος» από την ομοβροντία πληροφοριών δεν είναι τυχαίος. Ενίοτε ο «θόρυβος» παράγεται με στόχο να προκαλέσει σύγχυση και να συμβάλλει στην παραπληροφόρηση των πολιτών. Γι’ αυτό και επί σχεδόν έξι χρόνια αδυνατούμε να συμφωνήσουμε στις αιτίες που οδήγησαν στη χρεοκοπία και στην καταστροφή της χώρας. Γι’ αυτό και ενώ βρισκόμαστε στο χείλος του γκρεμού, αδυνατούμε να συμφωνήσουμε σε πρωτοβουλίες για τη διάσωση της Ελλάδας. Τα media παράγουν καθημερινά 5 – 10 εκδοχές της πραγματικότητας και ο καθείς διαλέγει αυτή που τον βολεύει.

 

Η πολυετής απαξίωση των μέσων ενημέρωσης δυσκολεύει πρωτοβουλίες που γίνονται στο χώρο, από ανθρώπους καλών προθέσεων. Ολοι τοποθετούνται στο ίδιο τσουβάλι και πίσω από κάθε αναλυτή αναζητείται ο «διαπλεκόμενος» που τον χρηματοδοτεί. Η κατάσταση χειροτερεύει από τους ανώνυμους «σχολιαστές» των κοινωνικών δικτύων που μπορούν άνετα να σου φορτώσουν και το προπατορικό αμάρτημα χωρίς να μπορείς να αμυνθείς. Αλλά και τους βασιλιάδες του copy / paste τους «επιχειρηματίες» του Διαδικτύου που ζουν παρασιτικά αντιγράφοντας τη δουλειά δημοσιογράφων από εφημερίδες, ενημερωτικά portals ή blogs. Ορισμένοι από αυτούς θεωρούν πως αφού δηλώνουν «aggregators» μπορούν να κλέβουν άνετα τη δουλειά άλλων.

 

Γι’ αυτό, όσοι βιάζονται να καταδικάσουν τα παραδοσιακά μέσα, ας ρίξουν μια δεύτερη ματιά στην καθημερινή σοδειά πληροφόρησης. Οι πρωτογενείς ειδήσεις και οι μεγάλες έρευνες εξακολουθούν να παράγονται από τις εφημερίδες, παρά τη χαμηλή κυκλοφορία και τα πενιχρά διαφημιστικά έσοδα σε σύγκριση με το παρελθόν. Αυτές τις ειδήσεις ή έρευνες ανακυκλώνουν την υπόλοιπη ημέρα τα μπλογκς και τα κοινωνικά δίκτυα. Φυσικά και γίνονται σοβαρές αποκαλύψεις από μεμονωμένους χρήστες ή ομαδικές πρωτοβουλίες στα κοινωνικά δίκτυα. Αποτελούν, όμως, σταγόνα στον ωκεανό.

 

Κόντρα στην άποψη σύμφωνα με την οποία οι πολίτες καταναλώνουν εύπεπτες και σύντομες ειδήσεις, έρευνες στις ΗΠΑ δείχνουν πως μεγαλύτερη επισκεψιμότητα και επιρροή στο κοινό του Διαδικτύου έχουν οι μεγάλες έρευνες και τα εκτενή πρωτογενή ρεπορτάζ για κοινωνικά ζητήματα. Δηλαδή αυτό που κάνουν ακόμα και σήμερα οι εφημερίδες (και οι ενημερωτικές ιστοσελίδες του Διαδικτύου που λειτουργούν με βάση το μοντέλο μιας εφημερίδας), έστω και αν πρέπει να αυξήσουν την ποιότητα και την ποσότητα.

 

 

Ασκήσεις φθηνού πατριωτισμού από Χρυσοχοϊδη

Στο Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων (ΤΑΙΠΕΔ) παραμένει το δικαίωμα αξιοποίησης των μελλοντικών εσόδων του δημοσίου από τυχόν επέκταση των συμβάσεων της Αττικής Οδού και της ζεύξης Ρίου – Αντιρρίου, τα μελλοντικά έσοδα από τους πέντε οδικούς άξονες που εκτελούνται με συμβάσεις παραχώρησης, καθώς και τα μελλοντικά έσοδα από την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού. Το αστείο της υπόθεσης είναι πως σχεδόν κάθε εβδομάδα ο υπουργός Υποδομών Μιχ. Χρυσοχοϊδης εξαγγέλλει, όπως έπραξε και την Παρασκευή, πως «οι συμβάσεις βγαίνουν από το ΤΑΙΠΕΔ».
Πριν επαναλάβει τις ασκήσεις φτηνού πατριωτισμού, ο κ. Χρυσοχοϊδης  πρέπει να διαβάσει την απόφαση της διυπουργικής επιτροπής αποκρατικοποιήσεων που και ο ίδιος υπογράφει (να μην την πατήσει, όπως είχε ομολογήσει πως είχε πάθει με το πρώτο μνημόνιο το οποίο δεν είχε διαβάσει…) γιατί όποιος τη διαβάσει καταλαβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ο υπουργός Υποδομών δεν έχει διαβάσει και τον ιδρυτικό νόμο του ΤΑΙΠΕΔ σύμφωνα με τον οποίο όσα περιουσιακά στοιχεία περάσουν στο Ταμείο, δε μπορούν να επιστραφούν, αλλά μόνο να πωληθούν.
Με την απόφαση της διυπουργικής επιτροπής αποκρατικοποιήσεων, που ελήφθη στις 28 Νοεμβρίου, ουσιαστικά τροποποιούνται παλαιότερες ρυθμίσεις για τα έσοδα από τους πέντε οδικούς άξονες (Ολυμπια Οδός, Μαλιακός – Κλειδί, Ιονια Οδός και Αξονας Κεντρικής Ελλάδας και Κόρινθος – Τρίπολη – Καλαμάτα). Προβλέπεται, δηλαδή, πως το ΤΑΙΠΕΔ θα μπορεί να συζητήσει για έσοδα από τους οδικούς άξονες αφού καλυφθούν οι απαιτήσεις που προβλέπουν οι αναμορφωμένες συμβάσεις παραχώρησης που κατατέθηκαν στη Βουλή την Παρασκευή. Στις νέες συμβάσεις περιλαμβάνεται η ρήτρα του «μηχανισμού ανακύκλωσης» των εσόδων από διόδια. Με βάση τη συγκεκριμένη ρήτρα, το δημόσιο και το ΤΑΙΠΕΔ θα έχουν λαμβάνειν μόνο αφού εξασφαλιστούν οι δαπάνες κατασκευής και λειτουργίας των δρόμων, πληρωθούν τα δάνεια και αφού οι παραχωρησιούχοι πάρουν το κέρδος που προβλέπουν οι συμβάσεις.
Να και η απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής η οποία σύμφωνα με τον κ. Χρυσοχοϊδης «βγάζει τους οδικούς άξονες από το ΤΑΙΠΕΔ». Για πατριωτικούς λόγους πάντα.

ΟΔΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ