Glory Days

Τότε που δεν ασχολούμαστε με αυτά τα μεγέθη, αλλά ακούγαμε διάφορα …νούμερα. Εξι χρόνια μετά, τα ίδια νούμερα μας λένε πως δεν πρέπει να αλλάξει τίποτα

Glory Days1Glory Days2Glory Days3Glory Days4

 

15 Σεπτεμβρίου 2008: Οταν η ελληνική οικονομία ήταν «θωρακισμένη»

Στις 15 Σεπτεμβρίου του 2008, πριν από πέντε χρόνια, η κατάρρευση της αμερικανικής εταιρείας Lehman Brothers πυροδότησε τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Από τότε γράφτηκαν περισσότερα από 500 βιβλία σε ΗΠΑ και Ευρώπη τα οποία προσπαθούν να εξηγήσουν το τσουνάμι που παρέσυρε, με λίγους μήνες καθυστέρηση, και την ελληνική οικονομία η οποία σύμφωνα με την τότε κυβέρνηση «ήταν θωρακισμένη». Ηταν η εποχή που στην Ελλάδα μοιράζαμε αμέριμνοι, με δανεικά, επιδοτήσεις για την αγορά γερμανικών αυτοκινήτων και γιαπωνέζικων κλιματιστικών, ενώ το καταστροφικό κύμα πλησίαζε προς τις ακτές μας. Λίγο αργότερα ακούστηκε το περίφημο «λεφτά υπάρχουν» του πρώην πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου, ο οποίος πριν οδηγήσει τη χώρα στα νύχια του ΔΝΤ μοίραζε επιδόματα «κοινωνικής αλληλεγγύης».

Το κόστος διάσωσης και ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών ανά τον κόσμο μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers υπολογίζεται μεταξύ 3 και 13 τρισεκατομμυρίων δολαρίων (ανάλογα με το τι συνυπολογίζει κάποιος). Τα περισσότερα από τα τρισεκατομμυρία που δαπανήθηκαν βγήκαν από τα κρατικά ταμεία με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος αρκετών κρατών (Ιρλανδία, Ισπανία) να εκτιναχθεί. Αυτό που οι πολιτικοί της Ευρώπης επιμένουν να μας πλασάρουν ως «κρίση δημοσίου χρέους» είναι στην πραγματικότητα μια πολύ καλά καμουφλαρισμένη τραπεζική κρίση που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2008 από τις ΗΠΑ.

Η Ελλάδα, βέβαια, δεν είναι ίδια περίπτωση με την Ιρλανδία ή την Ιταλία. Η πολιτική μας τάξη είχε φροντίσει να βουλιάξει την ελληνική οικονομία αρκετά χρόνια πριν καταρρεύσει η Lehman Brothers. Η «φούσκα» των διεθνών αγορών επέτρεπε στις κυβερνήσεις να εξωραΐζουν την εικόνα και να δανείζονται σε βάρος των επόμενων γενεών. Όταν ήρθε η ώρα του λογαριασμού, όλοι έκαναν τους ανήξερους. Σήμερα, πέντε χρόνια μετά, όλοι συμφωνούν, πάντως, πως χωρίς την κρίση ρευστότητας που πυροδότησε η κατάρρευση του αμερικανικοί οίκου, θα αργούσε η ώρα του λογαριασμού και για την Ελλάδα. Οι διεθνείς επενδυτές θα συνέχιζαν να δίνουν αφειδώς δάνεια στη χώρα μας μέχρι να σκάσει η ωρολογιακή βόμβα στα χέρια κάποιας άλλης κυβέρνησης μερικά χρόνια αργότερα.

Ομως, όσα συνέβησαν στις ΗΠΑ οδήγησαν τους πολιτικούς στην απόφαση να φορτώσουν στις πλάτες των φορολογουμένων τα τρισεκατομμύρια που απαιτήθηκαν για τη διάσωση των τραπεζών. Ετσι εκτοξεύθηκε στα ύψη το δημόσιο χρέος πολλών κρατών της Ευρώπης (όπως η Ιρλανδία) ενώ οι επενδυτές άρχισαν να ανησυχούν για το πως θα πληρωθούν τα χρέη χωρών όπως η Ελλάδα που ήταν ήδη φουσκωμένα. Μέχρι τότε ουδείς ασχολούνταν με τη μικρή Ελλάδα και ουδείς ανησυχούσε για το δημόσιο χρέος της. Η Ιταλία χρωστούσε από χρόνια πολλά περισσότερα, χωρίς να προβληματιστούν «οι αγορές».

Η κατάρρευση της Lehman Brothers ήταν η αρχή του ντόμινο που προκαλεί τόσα δεινά στους πολίτες της Ευρώπης και η αιτία για την πολυετή λιτότητα σε πολλές χώρες. Η Ελλάδα υπέστη τα περισσότερα γιατί οι υπεύθυνοι σφύριζαν αδιάφορα μέχρι την τελευταία στιγμή.

 Δημοσιεύθηκε την Παρασκευή στη «δημοκρατία»

Πιστοποίηση γνώσεων από το δημόσιο σχολείο

Για τις περισσότερες από τις (πολύ λίγες) θέσεις εργασίας που δημιουργούνται στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα απαιτείται πιστοποιητικό επάρκειας στην πληροφορική, όπως και αντίστοιχο πιστοποιητικό γνώσης ξένης γλώσσας. Και στις δύο περιπτώσεις, οι νέοι που διεκδικούν αυτές τις θέσεις εργασίας πρέπει να διαθέτουν πιστοποιητικά από ιδιωτικούς φορείς. Την ίδια στιγμή που η κρίση αναγκάζει πολλούς γονείς να κόβουν ακόμα και τα απαραίτητα για να εξασφαλίσουν την εκπαίδευση των παιδιών τους, αποφεύγουμε να συζητήσουμε ουσιαστικά για το ρόλο του δημόσιου σχολείου. Μήπως το πιστοποιητικό επάρκειας στην πληροφορική να το παίρνει ο μαθητής που θα τελειώνει την Τρίτη Λυκείου από το δημόσιο σχολείο; Γιατί πρέπει σήμερα να επιβαρύνονται με σημαντικά ποσά ώστε να αποδείξουν πως γνωρίζουν τα στοιχειώδη στο Word ή στο Excel;

Αντί λοιπόν να συζητάμε για το αν η Πληροφορική θα είναι πανελλαδικώς εξεταζόμενο μάθημα (όπως πρέπει να είναι σε μια εποχή ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων), ας εφαρμόσουμε το κατάλληλο πρόγραμμα ώστε μαζί με το απολυτήριο Λυκείου, οι μαθητές να παίρνουν και ένα πιστοποιητικό επαρκούς γνώσης στο χειρισμό υπολογιστών; Υποτίθεται πως η πληροφορική είναι στη διδακτέα ύλη από το δημοτικό. Πως πιστοποιούνται οι γνώσεις που παρέχουν στους μαθητές οι δάσκαλοι και οι καθηγητές; Σε ποιους λογοδοτούν οι τελευταίοι για τη δουλειά τους στα 12 χρόνια του δημοτικού και του γυμνασίου; Σε κανέναν…

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τις ξένες γλώσσες. Τόσο το υπουργείο Παιδείας, όσο και η ΟΛΜΕ (η οποία έχει εξαγγείλει και κινητοποιήσεις δήθεν για τη «διάλυση της δημόσιας παιδείας») αποφεύγουν να συζητήσουν για την ταμπακιέρα. Στη χώρα της υποκρισίας, θεωρείται λογικό να παίρνει ένα παιδί το πρώτο πιστοποιητικό γνώσης της Αγγλικής (το γνωστό Lower) από το φροντιστήριο και όχι από το δημόσιο σχολείο. Ας κάνουν εκατοντάδες ώρες διδασκαλίας (από την πρώτη δημοτικού πλέον), τα παιδιά χωρίς φροντιστήριο δεν έχουν καμία τύχη στις ξένες γλώσσες.

Δεν αναρωτήθηκε ποτέ η ΟΛΜΕ για ποιο λόγο πληρώνουν οι φορολογούμενοι χιλιάδες καθηγητές ξένων γλωσσών όταν προσφέρουν ελάχιστα και τα παιδιά σπεύδουν στα φροντιστήρια για να πάρουν τα σχετικά πιστοποιητικά. Και οι αρμόδιοι στην κυβέρνηση δεν σκέφτηκαν πως πρέπει κάποια στιγμή να λογοδοτούν οι καθηγητές για τις υπηρεσίες που παρέχουν. Το Lower έπρεπε να αποτελεί τμήμα της δημόσιας εκπαίδευσης και να παρέχεται από το δημόσιο σχολείο. Από προσωπική πείρα γνωρίζω πως ένα παιδί της πρώτης δημοτικού θα μάθει πέντε – δέκα λέξεις Αγγλικά ολόκληρη τη σχολική χρονιά στο δημόσιο σχολείο, ενώ αν ξεκινήσει φροντιστήριο θα τελειώσει μισό βιβλίο! Χωρίς κανένας να δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Αντί να συζητούμε για τα αυτονόητα (όπως προκύπτει από την απίστευτη απόφαση για «έξωση» της πληροφορικής από το Λύκειο) ας προσπαθήσουμε να αναβαθμίσουμε ουσιαστικά το δημόσιο σχολείο. Χωρίς επιπλέον κόστος, αφού ήδη πληρώνουμε εκατομμύρια ευρώ.

Δημοσιεύθηκε στη «δημοκρατία» την Πέμπτη 5/9/2013

Το σχέδιο «αυτόματος πιλότος»

Ενα από τα μόνιμα επιχειρήματα όσων θέλουν να σκέφτονται θετικά, ενίοτε χωρίς συγκεκριμένο λόγο, είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα «δεν είναι Αργεντινή ή Βουλγαρία», αλλά έχει τεράστια περιθώρια ανάπτυξης σε τουρισμό, αγροτικό τομέα, κλπ. Συνεπώς, σύντομα η χώρα θα μεγαλουργήσει, χωρίς να απαιτούνται σοβαρές παρεμβάσεις αφού αυτομάτως «η νέα γενιά» θα εκμεταλλευτεί τα συγκεκριμένα περιθώρια και θα επενδύσει προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Wolfgang Munchau, αρθρογράφος των Financial Times, υπενθύμιζε στις αρχές της εβδομάδας πως τα ίδια έλεγαν και στο Ντιτρόιτ πριν από 70 χρόνια… Μόνο που το πάλαι ποτέ κέντρο της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας δεν επέστρεψε ποτέ στην ανάπτυξη, ενώ ο πληθυσμός του περιορίστηκε κατά 50% τις τελευταίες δεκαετίες. Τα ίδια έλεγαν και στην Αργεντινή πριν από περίπου 80 – 100 χρόνια.

Αυτό που αποφεύγει να εξηγήσει η πολιτική μας τάξη είναι πως κανείς δε μας χρωστάει ανάπτυξη. Η δική μας κοινωνία πρέπει να βρει το μοντέλο που θα της επιτρέψει να ανακτήσει το χαμένο πλούτο και να δημιουργήσει αποθέματα για τις επόμενες γενιές. Για να αξιοποιήσουμε τα περιθώρια που πράγματι υπάρχουν π.χ. σε τουρισμό ή αγροτικό τομέα απαιτείται σχέδιο και κοινωνικές συμμαχίες. Η χώρα που πανηγυρίζει επειδή υποδέχεται 17 εκατομμύρια τουρίστες (σχεδόν τους μισούς από το Παρίσι και λίγο περισσότερους από τη Βιέννη…) δε μπορεί να ελπίζει σε πολλά. Απαιτείται σχέδιο ώστε να βελτιωθούν οι υποδομές (από τους αρχαιολογικούς χώρους μέχρι τα ξενοδοχεία και τα περιφερειακά αεροδρόμια) και κοινωνικές συμμαχίες ώστε να επιτραπούν νέες τουριστικές επενδύσεις (π.χ. παραθεριστικές κατοικίες) που θα ενισχύσουν τα έσοδα και το προφίλ του προϊόντος, πέρα από το «ήλιος και θάλασσα». Σήμερα τα μικροσυμφέροντα σε πολλές τουριστικές περιοχές εμποδίζουν κάθε κίνηση που θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες. Πλουτίζουν επειδή η χώρα μένει πίσω.

Το ίδιο ισχύει και στον αγροτικό τομέα: Δε μπορούμε να ελπίζουμε σε πολλά μόνο από την αύξηση της παραγωγής ντομάτας ή φρούτων. Απαιτούνται, όπως δείχνει η εμπειρία του ελληνικού ελαιολάδου, επενδύσεις σε τυποποιημένα, ποιοτικά και επώνυμα προϊόντα που μπορούν να «χτυπήσουν» το διεθνή ανταγωνισμό. Ολες οι μελέτες αυτό λένε, αλλά εμείς περιμένουμε την εγκύκλιο…