Κάποτε υπήρχε ένα πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων

Τώρα που τελείωσε – κάπως απότομα λόγω αποπομπής Στ. Σταυρίδη – το πανηγύρι για τη συμφωνία πώλησης του ΟΠΑΠ και η πραγματικότητα επιστρέφει αμείλικτη από τις καλοκαιρινές διακοπές, στο Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων (ΤΑΙΠΕΔ) ετοιμάζονται να αντιμετωπίσουν τους δανειστές που έρχονται με άγριες διαθέσεις το Σεπτέμβριο. Τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις αποτέλεσαν το «μαξιλάρι» του σχεδίου χρηματοδότησης της χώρας και την τελευταία τριετία έχουν γίνει ελατήριο. Ξεκίνησαν από το απίστευτο ποσό των 50 δισ. στην πενταετία (αυτό το νούμερο χρειάζονταν οι σεφ της τρόικας για να φαίνεται βιώσιμο το χρέος) και προσγειώθηκαν στα 20 δισ. ενώ κάθε τρίμηνο αλλάζουν οι στόχοι προς τα κάτω.

Κάθε φορά που αλλάζει το μνημόνιο μπαίνει και ένα νέο νούμερο ως στόχος εσόδων από ιδιωτικοποιήσεις και έτσι βγαίνει η εξίσωση του «βιώσιμου» ελληνικού χρέους. Οταν ο στόχος δεν επιτυγχάνεται, όπως όλοι γνώριζαν από την αρχή, η Ελλάδα εγκαλείται και μπαίνει ένα άλλο νούμερο, περισσότερο ρεαλιστικό, κ.ο.κ. Δε χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για γνωρίζει πως σοβαροί επενδυτές από το δυτικό κόσμο δύσκολα θα έρχονταν σε μια χώρα η οποία βρίσκεται ακόμα μεταξύ σφύρας και άκμονος. Το αποδεικνύει και το προφίλ των περισσότερων από όσους συμμετέχουν στους διαγωνισμούς του ΤΑΙΠΕΔ. Ούτε πρέπει να είναι ειδικός για να προβλέψει πως με αυτό το κλίμα η Ελλάδα δύσκολα θα πετύχει καλές τιμές κατά την πώληση πολύτιμων περιουσιακών στοιχείων, ακόμα και οργανισμών που έχουν μονοπωλιακή θέση στην αγορά τους.

Εχουμε φτάσει στο σημείο να ανεχόμαστε δηλώσεις (π.χ. Ρώσων αξιωματούχων) σύμφωνα με τις οποίες η ΤΡΑΙΝΟΣΕ, το μονοπώλιο στις σιδηροδρομικές μεταφορές, κοστίζει μόλις 30.000.000 ευρώ! Για τόσο χαμηλό τίμημα είναι προτιμότερο η εταιρεία να παραμείνει στο δημόσιο. Κάποιοι θα αρχίσουν να ψελλίζουν για τις επενδύσεις που δήθεν θα κάνουν οι ιδιώτες επενδυτές, ενώ γνωρίζουν πως στις περισσότερες περιπτώσεις (το δείχνει και η διεθνής εμπειρία) θα κάνουν το αντίθετο: Περικοπές και αποψίλωση των εταιρειών που αγοράζουν με στόχο το γρήγορο κέρδος. Αφού «φορτώσουν» την εταιρεία με τα δάνεια που πήραν για την εξαγορά της, στη συνέχεια υποστηρίζουν πως δεν έχουν κέρδη και εξαγγέλλουν αυξήσεις τιμολογίων.

Ακόμα και η μοναδική ελπίδα που είχε η χώρα για επενδύσεις, μέσω της παραχώρησης ακινήτων – φιλέτων ανά την Ελλάδα, σκοντάφτει στη χρόνια αδιαφορία (απαιτούνται μήνες για το «ξεκαθάρισμα» των ακινήτων από καταπατητές, κλπ) και στα μικροσυμφέροντα. Εδώ εντοπίστηκε ολόκληρο πεντάστερο ξενοδοχείο εντός εκτάσεων που πρόκειται να παραχωρηθεί από το ΤΑΙΠΕΔ σε ιδιώτες. Σε μια άλλη περίπτωση έχουν κτιστεί εκατοντάδες κατοικίες εντός παραλιακής κρατικής έκτασης, χωρίς να ασχοληθούν οι αρμόδιοι επί δεκαετίες. Με φωτογραφικές αποφάσεις, υπουργοί και τοπικοί άρχοντες παραχωρούσαν σε φίλους και γνωστούς την εκμετάλλευση πολύτιμων εκτάσεων.

Το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων δε βγαίνει. Ούτε σε επίπεδο εσόδων, ούτε σε επίπεδο επενδύσεων. Απλώς θα αποτελέσει το άλλοθι για νέα μέτρα από το φθινόπωρο.

Η οικονομία της κλεψύδρας

 «Ο κόσμος χωρίζεται σε δύο μπλοκ, στους Πλούσιους και σε όλους τους άλλους» («the Plutonomy and the rest»), έγραφε ένα εσωτερικό έγγραφο της Citigroup το 2005 που απευθύνονταν προς τα στελέχη της τράπεζας που συμβουλεύουν τους καλύτερους πελάτες για το που πρέπει να επενδύσουν τα χρήματά τους. Στο ίδιο κείμενο αναφέρονταν πως στην Οικονομία των Πλουσίων (Plutonomy) δεν υπάρχουν διακρίσεις του τύπου «ο Αμερικανός καταναλωτής», ο «Βρετανός καταναλωτής» ή «ο Ρώσος καταναλωτής». Υπάρχουν οι πλούσιοι καταναλωτές, λίγοι στον αριθμό, που κατέχουν, όμως, τεράστιο μερίδιο στην πίτα με τα εισοδήματα του πλανήτη και την κατανάλωση. Υπάρχουν και όλοι οι υπόλοιποι, τα δισεκατομμύρια των φτωχών καταναλωτών που μοιράζονται ένα απειροελάχιστο κομμάτι της παγκόσμιας πίτας με τα εισοδήματα και ακόμα μικρότερο μερίδιο της κατανάλωσης.

Λίγα χρόνια αργότερα η Citigroup προχώρησε ακόμα πιο πέρα με τη «θεωρία της κλεψύδρας» σύμφωνα με την οποία η μεσαία τάξη εξαφανίζεται και δημιουργούνται δύο πόλοι: οι απίστευτα πλούσιοι και οι πολύ φτωχοί. Μετέτρεψε τη συγκεκριμένη θεωρία σε επενδυτική στρατηγική και προτρέπει τους πελάτες της να επενδύουν σε δύο κατηγορίες επιχειρήσεων: σε εταιρείες που ασχολούνται με προϊόντα πολυτελείας για τους πολύ πλούσιους και σε εταιρείες που απευθύνονται στους πολύ φτωχούς (π.χ. εκπτωτικές αλυσίδες καταστημάτων). Για χρόνια ο σχετικός δείκτης (Hourglass Index) εμφάνιζε μάλιστα εντυπωσιακές αποδόσεις σε σύγκριση με το δείκτη Dow Jones Ind. Average του αμερικανικού χρηματιστηρίου.

Η πολυετής οικονομική κρίση στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Νότια Ευρώπη επιτείνει το συγκεκριμένο φαινόμενο καθώς στην ουσία αφανίζει τη μεσαία τάξη η οποία φτωχοποιείται ταχύτατα. Η «οικονομία της κλεψύδρας» μπορεί να προσφέρει αποδόσεις για τους πλουσίους που έχουν ακόμα λεφτά για επενδύσεις, αλλά κρύβει μια ωρολογιακή βόμβα την οποία αγνοούν όσοι βρίσκονται σήμερα στα ηνία της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Σε μια τέτοια οικονομία, στην οποία έχεις καταργήσει οποιαδήποτε ηθική αξία στο βωμό του δήθεν ρεαλισμού και της τιμωρίας των «απείθαρχων», δε μπορείς να περιμένεις ανάπτυξη.

Η «οικονομία της κλεψύδρας» πάει πακέτο με την πολιτική αναταραχή και τις ακρότητες που ζούμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα η οποία οδηγείται ολοένα και πιο βαθιά στο σπιράλ του θανάτου. Η πολιτική αστάθεια οδηγεί με τη σειρά της σε περαιτέρω επιδείνωση της οικονομίας καθώς οι επενδύσεις «παγώνουν», αφού οι ντόπιοι μικρομεσαίοι εξαφανίζονται και οι ξένοι αποφεύγουν να τοποθετηθούν σε μια αγορά με τόσους κινδύνους. Στην «οικονομία της κλεψύδρας» δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας που μπορούν να βγάλουν μια οικογένεια από τη φτώχεια. Το μοντέλο που προωθούν στηρίζεται στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης με πενιχρούς μισθούς, που στην ουσία αφήνουν ελάχιστη αξία στην τοπική οικονομία. Κάποια στιγμή, όμως, η κλεψύδρα θα σπάσει. Αλλά οι πολιτικοί ποτέ δεν έβλεπαν μακρύτερα από τη θητεία τους.