«Ανάπτυξη» με απλωμένο χέρι

Κόντρα στη μυθολογία που καλλιεργεί η πολιτική μας τάξη (κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση), κανείς δε μας χρωστάει «ανάπτυξη και ευημερία», αλλά η κατάκτησή τους είναι εθνικό ζήτημα. Με δεδομένο πως από τα 196 κράτη του πλανήτη τα περίπου 160 ζουν κοντά ή κάτω από το όριο της φτώχειας, μπορεί κάποιος να καταλάβει πως η «ανάπτυξη και ευημερία» δεν αποκτώνται με εγκυκλίους και υπουργικές αποφάσεις, όπως πιστεύουν κάποιοι. Οι πολίτες των 160 χωρών περιμένουν μάταια, από 20 έως 100 χρόνια, να έρθει η πολυπόθητη ανάπτυξη που θα τους εξασφαλίσει πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και στα καταναλωτικά αγαθά που απολαμβάνουν οι πλούσιοι του πλανήτη (μολονότι κάποιοι θεωρούν πως το «όνειρο της Καλιφόρνιας»* τελείωσε μαζί με την κρίση). Με την εξαίρεση 5 – 6 κρατών (ανάμεσά τους και οι πόλεις – κράτη της Σιγκαπούρης και του Χονγκ Κονγκ), που κατάφεραν να φτάσουν το επίπεδο των κυρίαρχων δυνάμεων, οι εργαζόμενοι των περισσοτέρων περιοχών της Γης ζουν με 1 έως 10 ευρώ ημερησίως, σε συνθήκες που θα προκαλούσαν τρόμο στους πολιτικάντηδες οι οποίοι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την «ανθρωπιστική κρίση» στην Ελλάδα.

Τα ελάχιστα παραδείγματα κρατών που κατάφεραν να ξεφύγουν από τη φτώχεια και να ενταχθούν στο κλαμπ των πλουσίων του πλανήτη, όπως η Νότια Κορέα, δείχνουν πως απαιτούνται τεράστιες θυσίες από τους πολίτες και μακροπρόθεσμο σχέδιο για να επιτευχθεί ο στόχος. Η χούντα** της Νότιας Κορέας, που έθεσε τα θεμέλια για το «οικονομικό θαύμα» στη δεκαετία του ’70, είχε μετατρέψει σε κακούργημα ακόμα και το κάπνισμα τσιγάρων εισαγωγής! Απαιτούσε, μάλιστα, από τους πολίτες να καταγγείλουν όσους κάπνιζαν αμερικάνικες ή άλλες φίρμες. Ο απόλυτος έλεγχος του κράτους στην παραγωγή, οι σκληρές συνθήκες εργασίας, ο δρακόντειος έλεγχος των εισαγωγών και το πολυετές σχέδιο ήταν αυτό που επέτρεψαν στη Νότια Κορέα να ενταχθεί στο κλαμπ των πλουσίων με την παραγωγή τεχνολογικών προϊόντων. Οσοι κάποτε κορόιδευαν τα «φτηνιάρικα» κορεατικά τρανζιστοράκια καταλαβαίνουν τώρα πως χρησιμοποιήθηκαν για την απόκτηση πολύτιμου συναλλάγματος και τεχνογνωσίας που επέτρεψαν στη Νότια Κορέα να διαθέτει σήμερα μια Samsung, μια LG και πολλές άλλες βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας.

Βέβαια η Ελλάδα δεν χρειάστηκε να περάσει από αυτή τη δοκιμασία: Ευνοημένη από τη γεωπολιτική της θέση και ευλογημένη από τα πανέμορφα νησιά της και την πλούσια ιστορία της, ζούσε επί χρόνια από τις κοινοτικές επιδοτήσεις και τα φθηνά δανεικά. Ούτε καν πέρασε από το μυαλό της πολιτικής μας τάξης πως κάποια ημέρα θα έχουν εξαργυρωθεί όλα τα γραμμάτια της στρατηγικής μας θέσης ή θα έχουν στερέψει οι κάνουλες του εύκολου δανεισμού. Και ας υπήρχαν δίπλα μας δυσάρεστα παραδείγματα, όπως η πρώην Γιουγκοσλαβία η οποία διαλύθηκε εν μέσω άγριου εμφυλίου όταν – με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου – κατέστη «οικονομικά μη βιώσιμη». Εκλεισε η στρόφιγγα της διεθνούς βοήθειας γιατί απώλεσε τη στρατηγική της θέση ως «νεκρή ζώνη» απέναντι στο Σιδηρούν Παραπέτασμα.

Τώρα η αξιωματική αντιπολίτευση έφτασε μέχρι του σημείου να υποστηρίξει, δια του αρχηγού της, πως η Ευρώπη θα ήταν «πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά ανάπηρη χωρίς την Ελλάδα». Το ίδιο βέβαια θα μπορούσαν να υποστηρίξουν και οι κάτοικοι του Περού και της Νικαράγουας (πως η αμερικανική ήπειρος είναι «ανάπηρη» επειδή οι ΗΠΑ δεν επιδοτούν τους απογόνους των πανίσχυρων πολιτισμών της περιοχής) και τα δισεκατομμύρια των Ινδών που ζουν πάμπτωχοι στην πρώην αυτοκρατορία του Μεγάλου Μογγόλου.

Σήμερα, έστω και αργά, η κυβέρνηση και τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα πρέπει να εξηγήσουν στους πολίτες πως η ευημερία των τελευταίων δεκαετιών ήταν πλασματική και στηρίχθηκε σε επιδοτήσεις και δανεικά. Να εξηγήσουν πως η διατήρηση τμήματος της συγκεκριμένης ευημερίας και η κληροδότησή του στις επόμενες γενιές απαιτούν πολυετείς αιματηρές θυσίες και στρατηγικό σχέδιο. Η Ελλάδα έχει πλεονεκτήματα που ξεκινούν από το γεγονός πως αποτελεί παγκόσμιο τουριστικό προορισμό και φτάνουν μέχρι τη θέση της στη Μεσόγειο. Αν δεν τα εκμεταλλευτεί σύντομα, θα καταγραφεί στην παγκόσμια ιστορία ως ένα ακόμα θύμα μιας διεφθαρμένης πολιτικής τάξης και του ΔΝΤ που εξακολουθεί να πειραματίζεται με τις αποτυχημένες νεοφιλελεύθερες συνταγές.

* Ακριβό διαμέρισμα στα προάστια, παραθαλάσσιο εξοχικό με πισίνα, ακριβό αυτοκίνητο για κάθε μέλος της οικογένειας και εύκολα λεφτά από υπεραξίες 🙂

** Μέχρι τότε οι Αμερικανοί αποκαλούσαν την Ν. Κορέα «πηγάδι δίχως πάτο» εξαιτίας της βοήθειας που έδιναν, χωρίς η χώρα να «ανασαίνει» οικονομικά.

Μια έκδοση του κειμένου δημοσιεύθηκε στην «κυριακάτικη δημοκρατία» – Κατά κάποιο τρόπο, είναι συνέχεια του προηγούμενου για τις εξαγωγές.

Τι δεν μας λένε για τις εξαγωγές

Οι λέξεις έχουν εδώ και δεκαετίες χάσει το νόημά τους στην πατρίδα μας. Ετσι, υπουργοί της προηγούμενης κυβέρνησης και άλλοι παράγοντες πανηγύριζαν για την «έκρηξη» των εξαγωγών όταν γνώριζαν πως το μεγαλύτερο τμήμα της αύξησης κατά την τελευταία διετία προέρχονταν από τα καύσιμα! Μπορεί οι ελληνικές εξαγωγές να πλησιάζουν πλέον σε ιστορικά υψηλά επίπεδα καθώς ξεπερνούν το 10% του ΑΕΠ (λάβετε υπόψη, όμως, τη σημαντική μείωση του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια), αλλά απέχουμε από το 20% της Πορτογαλίας, ενώ ούτε καν μπορούμε να φανταστούμε το 50% της Ιρλανδίας. Κάποιοι στην κυβέρνηση μιλούν για το «φιλόδοξο» στόχο διαμόρφωσης των εξαγωγών στο 16% του ΑΕΠ μέχρι το 2014.

Τι δεν μας λένε, όμως, όσοι αναφέρονται στις εξαγωγικές μας επιδόσεις; Πρώτον, πως οι ελληνικές εξαγωγές αφορούν προϊόντα με εξαιρετικά χαμηλή τεχνολογική προστιθέμενη αξία και συνεπώς με περιορισμένα περιθώρια. Οι χώρες οι οποίες κατάφεραν να ευημερήσουν μέσω των εξαγωγών, όπως η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν και η Ιρλανδία (η τελευταία έπεσε θύμα της «φούσκας» στα ακίνητα), επένδυσαν στην παραγωγή προϊόντων που βρίσκονται στην κορυφή της τεχνολογίας, στην έρευνα και στην καινοτομία. Κάτι τέτοιο δε συμβαίνει με την Ελλάδα η οποία πανηγυρίζει για το διπλασιασμό των εξαγωγών ροδακίνου. Σαφώς και πρέπει να αποτελεί στόχο η αύξηση των εξαγωγών αγροτικών προϊόντων (ούτως ή άλλως η Ελλάδα είναι ο τέταρτος μεγαλύτερος παραγωγός οπωροκηπευτικών στην Ε.Ε.). Ο περιορισμός των εισαγωγών κρέατος, γάλακτος και άλλων αγροτικών προϊόντων θα ωφελήσει την ελληνική οικονομία. Ομως, η χαμένη μας ευημερία δεν θα επιστρέψει μέσω της εξαγωγικής έκρηξης του αγροτικού τομέα.

Δεύτερο, όσοι σπεύδουν να πανηγυρίσουν για την καλή πορεία των εξαγωγών, παραλείπουν να αναφέρουν πως αν μια χώρα θέλει να ενισχύσει ουσιαστικά το εξαγωγικό προφίλ της πρέπει αναγκαστικά να συνεργαστεί με τις πανίσχυρες πολυεθνικές επιχειρήσεις. Είναι κοινό μυστικό πως χωρίς τη συνεργασία με τους πολυεθνικούς κολοσσούς η Σιγκαπούρη ή η Νότια Κορέα, αλλά και η Κίνα δεν θα ήταν σήμερα τα «οικονομικά θαύματα» που γνωρίζουμε. Δυστυχώς για δεκάδες χώρες του πλανήτη που έμειναν στα αζήτητα, χωρίς επενδύσεις από διεθνείς ομίλους, δεν έχεις τύχη στον παγκόσμιο πόλεμο για ευημερία. Οι πολυεθνικοί όμιλοι είναι εξαιρετικά επιλεκτικοί στις τοποθετήσεις τους και μια χώρα καλείται να δώσει «γη και ύδωρ» προκειμένου να τις προσελκύσει: Θέλουν φτηνό ή εξαιρετικά καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, πολιτική σταθερότητα, εξαιρετικές υποδομές και βολικό / σταθερό θεσμικό πλαίσιο. Η Ελλάδα σήμερα δεν καλύπτει καμία από αυτές τις προϋποθέσεις. Οσοι ζητούν να «μην πωληθούμε στις πολυεθνικές», γνωρίζουν πως οι τελευταίες ουδόλως ασχολούνται μαζί μας.

Τρίτο, τα οφέλη για τη χώρα θα είναι περιορισμένα ακόμα και αν αξιοποιήσουμε τον ορυκτό μας πλούτο, εκτός και αν βρούμε τις απίστευτες ποσότητες πετρελαίου που θεωρούν κάποιοι πως κρύβονται στο βυθό του Αιγαίου. Ούτε το χρυσάφι, ούτε τα «σπάνια μέταλλα», μπορούν να μας δώσουν πίσω τον πλούτο που πετάξαμε τις τελευταίες δεκαετίες. Σημαντικό τμήμα των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται σήμερα για την παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων παράγεται στα εργαστήρια, δεν εξορύσσεται από τα βάθη της γης. Τα ελάχιστα παραδείγματα μικρών κρατών που κατάφεραν να μπουν στο «κλαμπ των πλουσίων» του πλανήτη δείχνουν πως μόνο με την επένδυση στη γνώση, στην καινοτομία και στην υψηλή τεχνολογία, έχεις πιθανότητες να προσφέρεις καλύτερο μέλλον στους πολίτες.

Από τη σημερινή "Δημοκρατία"

Το «αυτοδιαχειριζόμενο αγρόκτημα» του Ελληνικού και άλλα παραμύθια με δημάρχους

Φανταστείτε έναν δήμαρχο δυτικοευρωπαϊκής χώρας να προτείνει τη μετατροπή μιας τεράστιας έκτασης – φιλέτου εντός των ορίων ευθύνης του σε «αυτοδιαχειριζόμενο αγρόκτημα». Εναν τοπικό άρχοντα που ενώ είχε για πολλά χρόνια (και σε εποχές που το χρήμα αφθονούσε) τη δυνατότητα να παρουσιάσει μια οργανωμένη, ρεαλιστική, πρόταση για την αξιοποίηση του Ελληνικού, προτίμησε διάφορες «ηρωικές» πρωτοβουλίες κατά του «ξεπουλήματος σε ιδιώτες». Μήπως πιστεύετε πως θα κυκλοφορούσαν περήφανοι σε μια δυτική χώρα οι δήμαρχοι που εδώ και χρόνια αφήνουν να μαραζώνει το περίφημο «Πάρκο Τρίτση» και απλώς μοιράζουν άδειες για να πωλείται, χωρίς αποδείξεις, «μαλλί της γριάς», καλαμπόκι και πλαστικά παιχνίδια από πλανόδιους μικροπωλητές; 'Η έχουν αφήσει να σαπίζουν οι ξύλινες γέφυρες και τα ωραία υπόστεγα του πάρκου;

Για πόσες ημέρες πιστεύετε πως θα στηρίζονταν από τους πολίτες οι δημοτικές αρχές της Νέας Φιλαδέλφειας που άφησαν να ρημάξει το γνωστό πάρκο, το οποίο αποτελεί σήμερα στέγη ταλαίπωρων λαθρομεταναστών, ενώ η εγκαταλελειμμένη παιδική χαρά είναι άκρως επικίνδυνη για παιδιά; Για πόσο καιρό θα κρύβονταν πίσω από το «κράτος» οι υπεύθυνοι για τη μετατροπή μιας περιοχής πέντε εκατομμυρίων ανθρώπων σε αφιλόξενο τόπο, με αυθαίρετα σε κάθε βουνοκορφή, παράνομες χωματερές σχεδόν σε κάθε ρεματιά, με πλατείες που ζέχνουν από την αμμωνία, επικίνδυνες παιδικές χαρές και πεζοδρόμια απροσπέλαστα για τους κατοίκους; Πόσες φορές θα μπορούσαν οι δήμαρχοι να βάζουν τρικλοποδιές σε αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, χωρίς να απολογούνται και χωρίς να εξηγούν στους πολίτες τη ζημιά που υφίσταται η περιοχή;

Σε αρκετές χώρες της Ε.Ε. οι τοπικοί άρχοντες προχωρούν σε μειώσεις δημοτικών τελών και άλλων επιβαρύνσεων που έχουν οι πολίτες. Το πετυχαίνουν μέσω καλύτερης οργάνωσης των υπηρεσιών τους ή μέσω συμμετοχής σε διάφορες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα ή άλλες δημοτικές αρχές, όπως διαχείριση δικτύων οπτικών ινών, αξιοποίηση ακινήτων, διαχείριση αιολικών ή φωτοβολταϊκών σταθμών, συνεδριακών ή εκθεσιακών κέντρων, κλπ.

Στην Ελλάδα οι πολίτες έχουν μάθει να θεωρούν δεδομένη τη συνεχή αύξηση των δημοτικών τελών, χωρίς να γνωρίζουν πως αξιοποιούνται τα χρήματα που καλούνται να πληρώσουν κάθε δίμηνο μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ ή οι άλλοι πόροι που φτάνουν στους δήμους. Και, κυρίως, η διαφάνεια στη διαχείριση των προϋπολογισμών των δήμων είναι λέξη άγνωστη όταν ακόμα και σήμερα υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για τον πραγματικό αριθμό των απασχολουμένων σε εκατοντάδες δημοτικές επιχειρήσεις ανά την Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση, η ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχουν οι περισσότεροι δήμοι της χώρας δε συμβαδίζει με τα τεράστια κονδύλια που πέρασαν μέσα από τα χέρια των τοπικών αρχόντων την τελευταία 20ετία.

Βέβαια, εκτός από τους αποτυχημένους πολιτευτές που συνήθως καταλήγουν δημοτικοί παράγοντες υπάρχουν και αρκετοί δήμαρχοι οι οποίοι αγωνίζονται πραγματικά για να αφήσουν ουσιαστικό έργο στην περιοχή τους. Είναι, όμως, μια ισχνή μειοψηφία η οποία τώρα έχει δεμένα τα χέρια γιατί λείπουν τα χρήματα. Κάποιοι προσπαθούν ακόμα με κάθε τρόπο να βρουν κονδύλια, να συνεργαστούν με τον ιδιωτικό τομέα, να ψάξουν κάθε παράγραφο του ΕΣΠΑ μήπως και αντλήσουν κάποια ευρώ για να βελτιώσουν τη ζωή των πολιτών.

Δυστυχώς, όμως, τον περισσότερο θόρυβο τον κάνουν οι δημοτικοί άρχοντες που προσπαθούν να κρατήσουν την Ελλάδα στην υπανάπτυξη, με διάφορα προσχήματα. Αντί να απολογούνται για τις πολυετείς παραλείψεις τους που μετέτρεψε την Αθήνα σε …Κάιρο, ζητούν σήμερα και τα ρέστα εμποδίζοντας επενδύσεις και απειλώντας με ολοκαυτώματα στην περίπτωση που προχωρήσουν σχέδια για αξιοποίηση κρατικών ακινήτων.

Ο δήμαρχος Αργυρούπολης – Ελληνικού είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα: Θέλει, λέει, να μετατρέψει το χώρο του πρώην αεροδρομίου σε …κιμπούτς όπου οι πολίτες θα καλλιεργούν τα ζαρζαβατικά τους! Προειδοποιεί πως δεν θα επιτρέψει την αξιοποίηση του τεραστίου ακινήτου και στηρίζει τις προσφυγές κατοίκων κατά του διαγωνισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη από το Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων. Κανείς δεν τον ρωτάει, όμως, από που θα βρει τα κεφάλαια για να μετατρέψει σε «αυτοδιαχειριζόμενο αγρόκτημα» το Ελληνικό όταν ο δήμος του βρίσκεται σε πρόθυρα της χρεοκοπίας. Κανείς δεν τον ρώτησε, επίσης, γιατί δεν κατέθεσε εδώ και τόσα χρόνια μια ρεαλιστική πρόταση για την αξιοποίηση του ακινήτου που ρημάζει. Εκτός και αν θεωρείται ρεαλιστική πρόταση η δημιουργία ενός τεραστίου πάρκου όταν οι τοπικοί άρχοντες δε μπορούν να εξασφαλίσουν ούτε τη στοιχειώδη λειτουργία της Πλατείας Συντάγματος (π.χ. εδώ και κάτι μήνες ξηλώθηκαν τα καλάθια σκουπιδιών και ο δήμος δεν τα αντικαθιστά με το άλλοθι πως αξιοποιούνται από τους ταραξίες!).

Κάποιοι άλλοι δημοτικοί άρχοντες, όπως στην Καλλιθέα, «εκβίασαν» ακόμα και κοινωφελείς οργανισμούς και ζήτησαν ανταλλάγματα προκειμένου να εγκρίνουν την κατασκευή π.χ. της νέας Λυρικής Σκηνής και της νέας Εθνικής Βιβλιοθήκης στην περιοχή τους. Ο δήμος «παζάρεψε» με το Ιδρυμα Σταύρου Νιάρχου, που χρηματοδοτεί το σημαντικό έργο, την κατασκευή ενός μεγαλύτερου πάρκου στην ίδια περιοχή και το πέτυχε.

Αντί λοιπόν να πετάει πυροτεχνήματα ο δήμαρχος Ελληνικού θα μπορούσε να διαπραγματευτεί τα οφέλη για την περιοχή από μια πιθανή επένδυση στο χώρο του πρώην αεροδρομίου. Αντί να αρνείται κάθε επένδυση και να αντιπροτείνει σχέδια που προκαλούν γέλιο, θα μπορούσε να μελετήσει με τις υπηρεσίες του τρόπους καλύτερης αξιοποίησης, σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα. Οι δημοτικές αρχές είχαν την ευκαιρία την περίοδο που υπήρχαν και φθηνά κεφάλαια. Την έχασαν. Τώρα προτιμούν να βλέπουν την τεράστια έκταση αναξιοποίητη ή αντικείμενο εκμετάλλευσης από διάφορους θρασείς που την απομυζούν επειδή έχουν τις κατάλληλες προσβάσεις σε διάφορες κρατικές υπηρεσίες.

Τώρα είναι ευκαιρία για τις τοπικές αρχές να θέσουν ρεαλιστικούς όρους που θα βελτιώσουν πραγματικά την ποιότητα ζωής των πολιτών. Γιατί θεωρούν πως η όποια ανάπτυξη δε μπορεί να συνοδευτεί και από ένα πάρκο; Αντί για τη στείρα αντιπαράθεση είναι η ώρα να αναζητήσουν τρόπους άντλησης εσόδων ώστε να αναβαθμίσουν ουσιαστικά την περιοχή τους. Εκτός και αν θεωρούν πως το δημόσιο είναι υποχρεωμένο να χρηματοδοτεί στο διηνεκές τις προσλήψεις των δημοτικών αρχόντων και τα άλλα ρουσφέτια σε φίλους και γνωστούς ή πιστεύουν πως οι πολίτες θα συνεχίσουν να πληρώνουν αγόγγυστα τα δημοτικά τέλη χωρίς να περιμένουν ανταπόδοση. Ούτως ή άλλως έχουμε πληθώρα «αυτοδιαχειριζόμενων» ακινήτων και δημοσίων οργανισμών ώστε να επωφελούνται οι φίλοι της πολιτικής μας τάξης. Τώρα χρειαζόμαστε και καμία επένδυση.


Από την "κυριακάτικη δημοκρατία"

Ο ΟΣΕ και η σχέση του με τις υγιείς επιχειρήσεις

Σύμφωνα με τη βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Ηρώ Διώτη η οποία επισκέφτηκε χθες τον ΟΣΕ, ο οργανισμός είναι «υγιής» και η κυβέρνηση ετοιμάζεται να τον «ξεπουλήσει»! Η ίδια υποστήριξε πως ο ΟΣΕ εμφανίζει θετικό πρόσημο στα λειτουργικά του αποτελέσματα (αν δεν συμπεριληφθούν οι δαπάνες για τόκους) και πως οι προηγούμενες κυβερνήσεις τον επιβάρυναν με επαχθή δανεισμό. Οι δηλώσεις της κας Διώτη είναι ενδεικτικές της αντιπολιτευτικής τακτικής του ΣΥΡΙΖΑ: Ξεζουμίζουμε τις λέξεις από κάθε νόημα προκειμένου να στηρίξουμε την εκλογική μας πελατεία, δηλαδή τη μικρή μερίδα των δημοσίων υπαλλήλων που προτιμά να βουλιάξει η Ελλάδα παρά να αλλάξει το παραμικρό.

Τι δεν είπε, όμως, η κα Διώτη; Παρέλειψε να αναφέρει πως το 2009, όταν «λεφτά υπήρχαν», ο μέσος μισθός στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ άγγιζε τα 50.000 ευρώ και ήταν υπερδιπλάσιος του μέσου μισθού στον ιδιωτικό τομέα και κατά περίπου 45% υψηλότερος του μέσου μισθού στο δημόσιο! Παρέλειψε να αναφέρει πως μέχρι τότε τα ετήσια έσοδα του ΟΣΕ ήταν μικρότερα από τις δαπάνες μισθοδοσίας και συνεπώς χρειάζονταν συνεχή αιμοδοσία από τον κρατικό προϋπολογισμό προκειμένου να χρηματοδοτεί την κομματική πελατεία που είχε «τρουπώσει» στον οργανισμό τις τελευταίες δεκαετίες. (Update) Για την ακρίβεια, όπως μου υπενθύμισε ο @skouroudis τα έσοδα του ΟΣΕ το 2008 ήταν 180 εκατ., οι δαπάνες μισθοδοσίας 330 εκατ. (!), οι δαπάνες για τόκους 450 εκατ., τα λοιπά λειτουργικά έξοδα άλλα 420 εκατομμύρια. Σημειωτέον πως τα έσοδα των 180 εκατ. ήταν και αυτά εικονικά καθώς μοναδικός πελάτης του οργανισμού ήταν η ΤΡΑΙΝΟΣΕ η οποία, ως επίσης χρεωμένη, δεν μπορούσε να τον πληρώσει! Οσο για την εικόνα εξυγίανσης που παρουσιάζει σήμερα η τελευταία, ελάχιστα συνδέεται με αύξηση εσόδων, καλύτερες υπηρεσίες, κλπ, αλλά με τεράστιες περικοπές (προσωπικό, δρομολόγια, κ.α.).

Τα ελάχιστα έσοδα σε σύγκριση με το απίστευτο κόστος μισθοδοσίας είναι μια από τις αιτίες του τεράστιου δανεισμού (περί τα 11 δισ. ευρώ) με το οποίο έχει φορτωθεί ο ΟΣΕ. Βεβαίως και οι κυβερνήσεις επιβάρυναν τον οργανισμό με δάνεια προκειμένου να ωραιοποιήσουν την εικόνα του δημοσίου χρέους. Τότε τα δάνεια των ΔΕΚΟ δεν υπολογίζονταν στο δημόσιο χρέος και όλοι ζούσαμε με τα μαγικά νούμερα της «ισχυρής Ελλάδας» που εμφάνιζε ο Κ. Σημίτης και η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή.

Αυτό που κυρίως δεν είπε η κα Διώτη είναι πως παρά τα περίπου 11 δισ. ευρώ δανεισμού και τα περίπου 10 δισ. κοινοτικών πόρων ο ΟΣΕ έχει καταφέρει κάτι απίστευτο ακόμα και για βαλκανική χώρα του πρώην ανατολικού μπλοκ. Δε διαθέτει ηλεκτροκίνηση στο βασικό δίκτυο κορμού του σιδηροδρόμου, δηλαδή στη γραμμή Πάτρα – Αθήνα – Θεσσαλονίκη! Που πήγαν άραγε τα δισεκατομμύρια τα οποία δαπάνησε η χώρα τις τρεις τελευταίες δεκαετίες; Η πρόσφατη δίωξη για απιστία, σε βαθμό κακουργήματος, κατά 13 υψηλόβαθμων στελεχών του ΟΣΕ που είχαν εμπλακεί σε υπόθεση προμήθειας τροχαίου υλικού είναι μόνο ένα επεισόδιο στη μακρά ιστορία κακοδιαχείρισης. Αλλά η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ προτίμησε να μην αναφερθεί στο που ακριβώς πήγαν τα 11 δισ. των δανείων του ΟΣΕ.

«Χρεώθηκε ο ΟΣΕ τη δημιουργία των υποδομών του» είπε η κα Διώτη, ενώ στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης το δημόσιο επιβαρύνθηκε με τις δαπάνες ανάπτυξης του σιδηροδρομικού δικτύου. Το πρόβλημα, όμως, είναι πως στην περίπτωση της Ελλάδας, παρά τα χρέη και τα κοινοτικά κονδύλια, δεν έχουμε σύγχρονο σιδηροδρομικό δίκτυο! Την ίδια ώρα που όλες οι μελέτες προβλέπουν πως ο ρόλος του σιδηροδρόμου στις μεταφορές εμπορευμάτων θα αυξάνεται συνεχώς στην Ελλάδα δεν υπάρχει καν σύνδεση του ΟΣΕ με το λιμάνι του Πειραιά, όπως δεν υπάρχει εμπορευματικό κέντρο. Ολα αυτά, βέβαια, θα είναι ψιλά γράμματα στην «αχρήματη κοινωνία» που οραματίζονται στην Πλατεία Κουμουνδούρου.

Το σημερινό μου άρθρο στη «Δημοκρατία»