Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι εύφορες πεδιάδες του Μανιτού

Πως θα σας φαίνονταν η «κοινωνικοποίηση» των τραπεζών, ώστε να τεθούν υπό «δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο»; Τι θα λέγατε για τη δαπάνη μερικών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ ώστε «να περάσουν σταδιακά υπό πλήρη δημόσιο έλεγχο στρατηγικές επιχειρήσεις που είτε βρίσκονται σε πορεία ιδιωτικοποίησης είτε έχουν ιδιωτικοποιηθεί» όπως ο ΟΤΕ; Είστε έτοιμοι για  τη «ριζοσπαστική αναδιανομή του πλούτου»; Πόσο «σταδιακή» λέτε να είναι η αύξηση των συντάξεων και των μισθών στην περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη;
    Το περίγραμμα του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, που κυκλοφόρησε χθες, είναι γεμάτο κούφιες υποσχέσεις και παχιά λόγια. Οποιος αντέξει τη μυρωδιά της φορμόλης και το ξεφυλίσει μέχρι το τέλος, θα διαπιστώσει πως οι εμπνευστές του, έχοντας ζήσει στην πλούσια κοιλάδα του κρατικοδίαιτου, παρασιτικού, ελληνικού καπιταλισμού, απέκτησαν την ψευδαίσθηση πως η ζωή είναι πάντα ευχάριστη, το δημόσιο ταμείο ανεξάντλητο και πως οι εγκύκλιοι δημιουργούν πλούτο.
    Πως αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί η απουσία κάθε πρότασης για την ανάπτυξη από το περίγραμμα που διαβάσαμε χθες; Εκτός και αν πιστεύουν πως δια της «κοινωνικοποίησης» των ρημαγμένων ελληνικών τραπεζών και της κατάργησης των εφαρμοστικών νόμων του μνημονίου θα παραχθεί πλούτος, θα αυξηθούν οι συντάξεις και θα διπλασιαστούν οι μισθοί (στο δημόσιο, ποιος νοιάζεται για τον ιδιωτικό τομέα).
    Τουλάχιστον υπήρξε μια πρόοδος: Από την αυτόματη επιστροφή των εκτάκτων εισφορών στους πολίτες, όπως είχαν εξαγγείλει από τηλεοράσεως τα στελέχη, περάσαμε στη «σταδιακή αποκατάσταση των συνεπειών από τις αντιλαϊκές πολιτικές», ενώ «ταυτόχρονα θα λαμβάνονται μέτρα βαθιών προοδευτικών αλλαγών».
    Για τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, η ελληνική οικονομική πραγματικότητα αρχίζει και τελειώνει με το μνημόνιο. Το μνημόνιο φταίει για όλα, λες και δεν βούλιαζε επί χρόνια η ελληνική οικονομία, ενώ οι πάντες σφυριζαν αδιάφορα υπό την κάλυψη του φθηνού δανεισμού. Η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου και οι δεσμεύσεις που ανέλαβε έναντι των δανειστών μας απλώς έδωσαν τη χαριστική βολή. Η συνταγή του ΣΥΡΙΖΑ περιέχει μόνο ένα υλικό ώστε να είναι εύπεπτη: Την κατάργηση του μνημονίου, που έχει ήδη γίνει κουρελόχαρτο από την πραγματικότητα, και την κρατικοποίηση των τραπεζών που θεωρείται σίγουρη, όσο και αν προσπαθούν οι τραπεζίτες.
    Το επτασέλιδο κείμενο αναφέρεται και στην «εξαγωγή» της ελληνικής «επανάστασης» στην υπόλοιπη Ευρώπη καθώς η διαγραφή του ελληνικού χρέους θα συνοδευθεί από πρωτοβουλία για την επίτευξη «δίκαιης και για όλους τους λαούς της Ευρώπης βιώσιμης λύσης». Μάλλον δεν θα χρειαστεί να ερωτηθεί ο συμπαθής Παν. Λαφαζάνης και ο μαχητικός Δημ. Στρατούλης που προωθεί την «άμεση αναδιανομή του πλούτου ώστε να ξεκινήσει γρήγορα η ανάπτυξη».
    Όσοι διαβάσουν την πρόταση ΣΥΡΙΖΑ διαπιστώνουν πως από τη μία πλευρά διακηρύσσει την ευρωπαϊκή «επανάσταση» και από την άλλη κλείνει το μάτι στη δραχμή και τον απομονωτισμό. Ενώ ξοδεύει αρκετό μελάνι για να χαϊδέψει τα αυτιά της νέας κομματικής του πελατείας (βλέπε δημόσιοι υπάλληλοι), αποφεύγει να εξηγήσει πως θα πορευτεί η χώρα εκτός του ευρώ.
    Πολλοί ελπίζουν πως το συγκεκριμένο προπαγανδιστικό κείμενο που χρησιμοποιούν στις δημόσιες εμφανίσεις τούς τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ θα συνοδευτεί αύριο από ένα περισσότερο ρεαλιστικό οικονομικό πρόγραμμα. Μάλλον θα διαψευστούν.

Που θα βρούμε τα λεφτά για την ανάπτυξη; Μην περίμενετε από τις τράπεζες!

Η μαγική λέξη «ανάπτυξη» βρίσκεται σχεδόν σε κάθε μία από τις γενικόλογες προτάσεις με τις οποίες εξακολουθούν να μας στολίζουν οι πολιτικοί της Γηραιάς Ηπείρου. Η κριτική για το μνημόνιο, είτε γίνεται από τα δεξιά, είτε από τα αριστερά, συγκλίνει σε ένα σημείο το οποίο είχαν επισημάνει από την πρώτη στιγμή αρκετοί αναλυτές: Δεν περιέχει επαρκείς προβλέψεις και μέτρα «για την ανάπτυξη».

Το ευχάριστο, λοιπόν, είναι πως έπειτα από δυόμισι χρόνια οι πάντες συμφωνούν πως χρειάζονται μέτρα και κεφάλαια για τη στήριξη της ελληνικής οικονομίας. Το δυσάρεστο είναι πως δεν έχουν συμφωνήσει ούτε για το πόσα κεφάλαια απαιτούνται, ούτε για το από που θα βρεθούν. Ακόμα πιο δυσάρεστο είναι το γεγονός πως κάποιοι στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο πιστεύουν πως θα καταφέρουν να αναστήσουν με ψίχουλα το βυθιζόμενο ευρωπαϊκό Νότο και πως θα υπάρξει «σημαντική συμβολή του ιδιωτικού τομέα»! «Θα μοχλεύσουμε», λένε, «μερικά εκατομμυριάκια του ΕΣΠΑ και θα τα κάνουμε δισεκατομμύρια μέσω του τραπεζικού συστήματος».

Η πικρή αλήθεια είναι πως στην Ελλάδα και σε πολλές άλλες χώρες του Νότου δεν υπάρχει πλέον η τραπεζική χρηματοδότηση την οποία επικαλούνται οι κάποιοι μαθητευόμενοι μάγοι της Κομισιόν. Δεν υπάρχει η δυνατότητα δανεισμού, όχι μόνο για τις μικρές, αλλά και για πολύ μεγάλες επιχειρήσεις με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης ακόμα και υγιείς εταιρείες π.χ. γιατί δεν έχουν κεφάλαια κίνησης. Οι τοπικές τράπεζες είναι εδώ και μήνες «ζωντανές – νεκρές», ζουν από τη βοήθεια του Ευρωσυστήματος και αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν ακόμα και τις πλέον αποδοτικές επενδύσεις.

Οσοι επεξεργάζονται και προτείνουν διάφορα «πακέτα βοήθειας» παραλείπουν να αναφέρουν δύο πράγματα: Πρώτον, πως η καταστροφή του παραγωγικού ιστού στην Ελλάδα είναι τέτοια που δεν επαρκούν τα κονδύλια του ΕΣΠΑ (περί τα 14 δισ. ευρώ) τα οποία υποτίθεται πως θα μας λύσουν όλα τα προβλήματα. Επιπλέον, για να υπάρξει άμεσο αντίκτυπο από το ΕΣΠΑ, πρέπει να ανακατανεμηθούν τα κονδύλια, σε μεγαλύτερες και ουσιαστικότερες παρεμβάσεις, με μετρήσιμο αποτέλεσμα για την οικονομία. Δεύτερον, η αδυναμία δανεισμού του ιδιωτικού τομέα (όχι μόνο στην Ελλάδα) οδηγεί στο συμπέρασμα πως μόνο το δημόσιο μπορεί να προχωρήσει μεγάλες παρεμβάσεις (π.χ. πρόγραμμα «Ηλιος») που θα αναστήσουν την οικονομία.

Η εποχή του φθηνού δανεισμού τελείωσε, όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο, έστω και αν το ξεχνούν όσοι πολιτεύονται με τα εγχειρίδια της προηγούμενης δεκαετίας. Η αδυναμία των υπευθύνων να το συνειδητοποιήσουν είναι αυτή που οδήγησε στην αναιμική ανάπτυξη από το 2007 και πιέζει τώρα ακόμα και την κραταιά Γερμανία. Οι νέες μεγάλες επενδύσεις, που θα ανατρέψουν τη σημερινή κατηφόρα, δεν θα γίνουν από τον ιδιωτικό τομέα και ας δυσαρεστούνται όσοι φοβούνται το «νέο κρατισμό». Οι μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις των τελευταίων ετών υλοποιήθηκαν μέσω της συνεχούς επέκτασης των δανεικών κεφαλαίων τα οποία σήμερα δεν υπάρχουν. Δεν έγιναν με τα «παρκαρισμένα» κεφάλαια των φορολογικών παραδείσων που δήθεν θα ξετρυπώσουν οι εγχώριοι πολιτευτές, ούτε με τις καταθέσεις που ανακάλυψε στις ελληνικές τράπεζες ο κ. Δημ. Στρατούλης του ΣΥΡΙΖΑ.

Το κρατικό χρήμα (τα δολάρια που τυπώνει η Ομοσπονδιακή Τράπεζα) στηρίζει την τελευταία τετραετία την αμερικανική οικονομία και όπως φαίνεται θα συνεχίσει να την αιμοδοτεί. Σύντομα θα το καταλάβουν και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Οσοι ανατριχιάζουν με αυτό το ενδεχόμενο καλό είναι να προσαρμοστούν. Αντί να ξορκίζουν το κακό, θα μπορούσαν να συνεισφέρουν με ιδέες για το πως θα αποδόσουν οι επενδύσεις με κρατικό χρήμα. Για να μην σπαταλάμε δισεκατομμύρια ενισχύοντας την κατανάλωση, κάποιοι πρέπει να φτιάξουν έναν κατάλογο με επενδύσεις που έχουν καλές αποδόσεις, άμεσο αντίκτυπο στην τοπική / εθνική οικονομία και μακροπρόθεσμα οφέλη. Ειδικά η Ελλάδα, θα χρειαστεί και μηχανισμούς που θα αποτρέπουν τη μετατροπή των κρατικών επενδύσεων σε εργαλείο γρήγορου πλουτισμού κομματικών παραγόντων και της εκλογικής τους πελατείας.

Η δραχμή, η βαλκανική εμπειρία και η κουβέντα για τους θεσμούς που δεν γίνεται

Ενας από τους πολλούς μύθους που κυκλοφορούν οι όψιμοι αρνητές του ευρώ είναι πως η επιστροφή στη δραχμή θα λύσει με μαγικό τρόπο τα προβλήματα της οικονομίας μας και μέσα σε σύντομο διάστημα θα μετατραπούμε στον τελευταίο παράδεισο επί της γης. Με τη δραχμή, οι συντάξεις θα φτάνουν για κάτι περισσότερο από ένα γιαούρτι και δύο φρυγανιές ημερησίως, οι μισθοί θα μας εξασφαλίζουν μηνιαίες διακοπές στα κρατικοποιημένα, δήθεν πεντάστερα, τουριστικά θέρετρα της Ρόδου και της Κρήτης (η κομματική ιεραρχία θα ξεκουράζεται στις ντάτσες της Σαντορίνης…), οι επενδυτές θα συρρέουν στα σύνορα προκειμένου να δημιουργήσουν εργοστάσια και δουλειές, οι κρατικοποιημένες τράπεζες θα χαρίζουν δάνεια και τα νησιά θα βουλιάζουν από τουρίστες που αναζητούν «souvlaki, tzatziki, bouzouki». Ταυτόχρονα θα δημιουργηθούν χιλιάδες θέσεις εργασίας στον αγροτικό τομέα και θα εξάγουμε τόνους από μαρούλια, πατάτες και καρότα.

Ακόμα και τα νούμερα που παρουσιάζουν διεθνείς οίκοι για τις επιπτώσεις από επιστροφή στη δραχμή φαντάζουν ελκυστικά για αρκετούς από τους υποστηρικτές του συγκεκριμένου σεναρίου, που έχουν ήδη «παρκάρει» τα λεφτουδάκια τους στο εξωτερικό. Εκτιμάται πως η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα – πέρα από την αναστάτωση των πρώτων μηνών – θα κοστίσει σε κάθε Ελληνα περί τα 11.000 ευρώ τον πρώτο χρόνο (δηλαδή μια οικογένεια δύο εργαζομένων θα χάσει 22.000 ευρώ) και περί τα 4.500 ευρώ τον δεύτερο και τον τρίτο. Αρκετοί από όσους βλέπουν με καλό μάτι ένα τέτοιο ενδεχόμενο πρέπει να κάνουν την αφαίρεση. Θα διαπιστώσουν πως δεν θα τους μείνουν και πολλά στην τσέπη. Στην τράπεζα δεν θα μείνει τίποτα…

Οσο για την προσέλκυση επενδύσεων, τουριστών και συναλλάγματος, που θεωρείται σίγουρη από αρκετούς υποστηρικτές της δραχμής, τους προσκαλούμε να πεταχτούν για ένα ταξιδάκι στη Σερβία. Η γειτονική μας χώρα χρεοκόπησε (εξαιτίας του πολέμου), έχει δικό της νόμισμα, έχει επίσης εργατικό δυναμικό αξιόλογης ποιότητας, αλλά ούτε επενδύσεις βλέπει, ούτε τεράστια έκρηξη του αργοτικού τομέα, ούτε ανάπτυξη. Και οι Σέρβοι αγοράζουν σκόρδα Κίνας, ενώ εισάγουν αγροτικά προϊόντα τα οποία θα μπορούσαν να εξάγουν. Οι ξένοι επενδυτές και οι τουρίστες απέχουν εδώ και δεκαετίες από τη χώρα, οι συνταξιούχοι έχουν βαρεθεί να διαμαρτύρονται και ο μισθός ενός έμπειρου τραπεζικού υπαλλήλου είναι περί τα 450 – 500 ευρώ.

Γιατί δεν αναπτύχθηκε η Σερβία μολονότι η οικονομία της «μηδένισε» προ δεκαετίας όπως θα συμβεί και με μια επιστροφή της Ελλάδας στη δραχμή; Επειδή, όπως και στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν οι θεσμοί που θα πείσουν τους επενδυτές να τοποθετήσουν κεφάλαια. Επειδή, το πολιτικό σύστημα δε θέλει να ανοίξουν οι αγορές ώστε να συνεχίσουν να πλουτίζουν (όπως και στην Ελλάδα) οι λίγοι και εκλεκτοί. Επειδή, όπως και στην Ελλάδα, οι φίλοι και οι συγγενείς, η κομματική νομενκλατούρα και συγκεκριμένες επιχειρηματικές οικογένειες μοιράζονται τον πλούτο της χώρας και αφήνουν ψίχουλα για τους υπόλοιπους. Επειδή, όπως συμβαίνει και στην Ελλάδα, το καλύτερο δυναμικό της Σερβίας μετανάστευσε. Επειδή, όπως και στην Ελλάδα, δε γίνεται ουσιαστική συζήτηση για το πως θα παραχθεί πλούτος, αλλά μόνο άγριες διαμάχες για το πως θα μοιραστούν τα λίγα δηνάρια μεταξύ των αντιμαχόμενων πολιτικών κομμάτων και των πελατών τους.

Η επιστροφή στη δραχμή πλασσάρεται ως σωτηρία από αυτούς που δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα και ας υποστηρίζουν το αντίθετο. Το «reset» που ευαγγελίζονται μέσω της δραχμής δεν θα μετατρέψει τη χώρα μας σε Γη της Επαγγελίας. Οι θεσμοί θα την αλλάξουν. Και για τους θεσμούς δε γίνεται καμία ουσιαστική κουβέντα.

Νέοι ηγέτες, ίδια πελατεία

Ο Άγχουρος, ο γιος του Μίδα και βασιλιάς της Φρυγίας, ζήτησε να μάθει από το μαντείο πως μπορεί να κλείσει ένα βάραθρο που έχασκε και απειλούσε να καταβροχθίσει την πόλη του. Το μαντείο απάντησε πως για να κλείσει το βάραθρο πρέπει να ρίξει μέσα σ’ αυτό ό,τι πολυτιμότερο είχε. Ο ‘Αγχουρος πρώτα έριξε όλα τα κοσμήματα, μετά ολόκληρο το χρυσάφι, στη συνέχεια τα υπόλοιπα πολύτιμα αντικείμενα που είχε στο παλάτι, χωρίς αποτέλεσμα. Στο τέλος έπεσε μέσα ο ίδιος ο βασιλιάς και το βάραθρο έκλεισε αμέσως.

Τώρα διαπιστώνουν και οι πολιτικές ηγεσίες των δύο μεγάλων κομμάτων πως για να βγει η χώρα από τη δεινή οικονομική θέση στην οποία την οδήγησαν πρέπει να θυσιάσουν ό,τι πολυτιμότερο έχουν: Τα ίδια  τα πολιτικά τους κόμματα και την περίοπτη θέση που κατείχαν επί τέσσερις δεκαετίες στη διακυβέρνηση της χώρας. Επειδή, μάλιστα, αδυνατούσαν να το καταλάβουν με το καλό, οι πολίτες φρόντισαν να τους το υπενθυμίσουν στις πρόσφατες εκλογές.

Τα αποτελέσματα των εκλογών δείχνουν και κάτι άλλο, το οποίο επίσης δυσκολεύονταν να παραδεχθούν οι ηγεσίες των μεγάλων κομμάτων. Προσπαθούσαν επί δυόμισι χρόνια να λύσουν το πρόβλημα με οικονομικούς όρους όταν είναι πρωτίστως πολιτικό. Η κρίση δεν ήταν μόνο οικονομική, όπως μας την παρουσίαζαν την ίδια στιγμή που θεωρούσαν εαυτούς αναντικατάστατους και εγγύηση για την επίλυσή της. Η κρίση ήταν κυρίως πολιτική και το διαπιστώνουμε όσο περισσότερο «διαβάζουμε» τα αποτελέσματα των εκλογών.

Η πολιτική επιβίωση του δικομματισμού, εδώ και τόσα χρόνια, δεν συνδέονταν με την ουσιαστική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, με την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και των εξαγωγών, με τη θεσμική θωράκιση απέναντι στη διαπλοκή. Συνδέονταν με την αξιοποίηση των δανεικών και των κοινοτικών κονδυλίων για την παροχή προνομίων και …μετρητών στην εκλεκτή κομματική πελατεία και στους κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες που είχαν κολλήσει σα βδέλλες στο κρατικό ταμείο. Τώρα, όμως, τα χρήματα τελείωσαν και δεν μπορούν οι πολιτικοί μας να αγοράζουν «πίστη και υποταγή» από τα κομματικά στελέχη και όσους άρμεγαν την ιερή αγελάδα του δημοσίου. Ούτε μπορούν να κόβουν κορδέλλες σε ακριβοπληρωμένα δημόσια έργα για να εξαγοράζουν δημοτικότητα και ψήφους.

Οι περιστάσεις άλλαξαν και η εκλεκτή πελατεία του δικομματισμού αναζητά νέους ηγέτες οι οποίοι θα συνεχίσουν να της προσφέρουν τα προνόμια που απολάμβανε επί τόσες δεκαετίες. Δεν είναι τυχαίο πως οι κερδισμένοι της εκλογικής αναμέτρησης είναι αυτοί που υπόσχονται είτε επιστροφή στην ευμάρεια του παρελθόντος, χωρίς καμία αλλαγή στο παραγωγικό μοντέλο, είτε αυτοί που, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, θεωρούν ρεαλιστικό πολιτικό στόχο τη σοσιαλιστική ουτοπία που δεν κατάφερε να δημιουργήσει ο Λένιν. Μια χώρα στην οποία θα εργαζόμαστε λιγότερο και θα πληρωνόμαστε  περισσότερο, θα έχουν επανακρατικοποιηθεί οι στρατηγικού χαρακτήρα επιχειρήσεις που ιδιωτικοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια και γενικά η ζωή θα κυλάει ωραία.

Μέχρι στιγμής, τόσο οι ηγεσίες του δικομματισμού, όσο και των επίδοξων διαδόχων του, περιορίζονται στο χάιδευμα αυτιών. Σχέδιο για την επόμενη ημέρα είτε δεν έχουν, είτε δεν θέλουν να παρουσιάσουν. Αλλά γιατί να μας νοιάζει το σχέδιο όταν θα πληρωνόμαστε τις υπερωρίες, θα έχουμε άδεια 40 ημέρες το χρόνο και θα μπορούμε να διοριστούμε στο δημόσιο;