Μια αλυσίδα συνήθειας

"Κατά βάθος δεν χρειάζονταν και πολλά γι' αυτό· κάποιο βερνίκι είχε ξεφλουδίσει, κάποια αυταπάτη είχε χάσει το κράτημα της, μια αλυσίδα συνήθειας, προσδοκίας και έντασης είχε σπάσει, μια ρευστή κρυφή ισορροπία μεταξύ συναι­σθήματος και κόσμου είχε διαταραχθεί για μια στιγμή. Όλα όσα αισθάνεται και πράττει κανείς, συμβαίνουν κατά κάποιο τρόπο «προς την κατεύθυνση της ζωής», και η ελάχιστη απόκλιση απ' αυτή την κατεύθυνση είναι δύσκολη ή σε τρομάζει. Είναι ακριβώς όπως όταν βαδίζει κανείς: σηκώνει το κέντρο βάρους, το σπρώ­χνει μπροστά και το αφήνει να πέσει· αλλά και η παραμικρή αλ­λαγή εδώ, αν φοβηθεί κανείς έστω και λίγο αυτό το αφήνομαι – να – πέσω – στο – μέλλον ή αν απλώς τον εκπλήξει, φτάνει για να μην μπορέσει πια να σταθεί όρθιος! Δεν επιτρέπεται να το συλλογι­ζόμαστε. Και ο Ούλριχ σκέφτηκε πως όλες οι αποφασιστικής ση­μασίας στιγμές της ζωής του είχαν αφήσει μια παρόμοια αίσθηση".

Ρ. Μούζιλ – "Ο Ανθρωπος Χωρίς Ιδιότητες"

Τι έργο παράγεις όταν δεν κάνεις τίποτα;

"Αν μπορούσε κανείς να μετρή­σει τα άλματα της προσοχής, το έργο των μυών του ματιού, τις αιωρήσεις της ψυχής και όλες τις δυνάμεις που πρέπει να καταβάλει ένας άνθρωπος για να μείνει όρθιος μες στη ροή ενός δρό­μου -έτσι είχε σκεφτεί, γι' αυτό αποπειράθηκε να υπολογίσει το αδύνατο παίζοντας-, θα προέκυπτε μάλλον ένα μέγεθος που μπροστά του θα ήταν μηδαμινή η δύναμη που χρειάζεται ο Άτλας για να σηκώσει τη γη· επίσης θα μπορούσε να υπολογίσει τι τερά­στιο έργο παράγει ένας άνθρωπος που δεν κάνει τίποτε"

Ρ. Μούζιλ

Luxuriantly…

The result was that on February 28, 1793, at eight o’clock in the evening, a mob of men and women in disguise began plundering the stores and shops of Paris. At first they demanded only bread; soon they insisted on coffee and rice and sugar; at last they seized everything on which they could lay their hands—cloth, clothing, groceries, and luxuries of every kind. Two hundred such places were plundered. This was endured for six hours, and finally order was restored only by a grant of seven million francs to buy off the mob. The new political economy was beginning to bear its fruits luxuriantly.

—Andrew Dickson White